Πόλη (η). Όνομα ουσιαστικό, γένους θηλυκού. Η γυναικεία της φύση αγκαλιάζει κτήρια, γειτονιές, υπηρεσίες, μαγαζιά. Ανθρώπους. Γηγενείς, αλλά και ξένους οικονομικούς μετανάστες, πρόσφυγες… Φιλοξενούμενους τουρίστες. Γυναίκες, άνδρες, άλλ@. Ένα ποτάμι με ροή, ζωντανό.

Αθήνα. Μία πόλη με διαφορετική βιοτή ανάλογα με τη γειτονιά, με ανθρωπογεωγραφία που αλλάζει και με παλμό που χτυπάει ανάλογα με τη ρυμοτομία, τις επιχειρήσεις και τον τρόπο που χτίζονται οι ζωές στις μεσοτοιχίες.

Ανάμεσα σε δύο μεγάλους περιπάτους, που οδηγούν από άλλη διαδρομή τυχαία στην ίδια γειτονιά, μία διαπίστωση. Εξευγενισμός. Λέξη ευγενική που κρύβει ύπουλα τη βία. Τι σημαίνει και πότε διαλύει κυριολεκτικά την έννοια της πόλης;

Διαδρομή πρώτη. Από τη Θησέως στο Σύνταγμα, διασχίζοντας ολόκληρη τη Βεΐκου. Από τη γειτονιά της Καλλιθέας στο Κουκάκι. Διαδρομή δεύτερη. Από τον Κεραμικό, κοντά στο μετρό, στην Ιερά Οδό, μέχρι τη στάση Συγγρού-Φιξ. Κουκάκι ξανά…

Στη δεύτερη, διέρχεσαι πρώτα τη γειτονιά του Μεταξουργείου. Ίσως τη μοναδική που παραμένει πιο αυθεντική, ενσωματώνοντας κι όχι αφομοιώνοντας νεόδμητες πολυκατοικίες, θέατρα, γκαλερί και πρωτίστως μαγαζιά εστίασης. Στο μεγαλύτερο τμήμα του, συνυπάρχουν με την αυθεντική γειτονιά. Με τον κλασικό φούρνο, το τσαγκάρικο, το φαρμακείο (κι όχι τη μπουτίκ καλλυντικών), το μανάβικο, το καφενείο, το Κ.Α.Π.Η. Με μικρά μαγέρικα που μετανάστες προσφέρουν σε ομοεθνείς λίγη πατρίδα πασπαλισμένη με νοσταλγία, αλλά και σε ντόπιους αυθεντικές γεύσεις της χώρας τους. Αντίστοιχα, ασιατικά και πακιστανικά μίνι μάρκετ, αλλά κι ελληνικά και ινδικά κουρεία συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα.

Μέχρι να φτάσεις Βουκουρεστίου, περνώντας από την πιο Gen Z και millennial πλατεία Αυδή, μία άλλη χώρα ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά. Μάικρο μπέικερι, μοδάτα γαστροταβερνάκια και μπαρ, concept stores, το Attica, barberika, (ευτυχώς) και βιβλιοπωλεία. Πάνε τα περίπτερα. Πάει και ο κουλουράς απέναντι από το Athénée. Ανάμεσά τους λίγα μαγαζιά που επιβιώνουν. Ένα καθαριστήριο στην Ηπίτου, ένα ξηροκαρπάδικο παλιάς κοπής στην Απόλλωνος, που όταν καβουρδίζει καφέ και φιστίκια μοσχοβολά όλη η περιοχή, ένα-δύο ζαχαροπλαστεία.

Φτάνοντας τελικά στο Κουκάκι, ένας (τόταλι) άλλος κόσμος. Όμορφοι άνθρωποι, κυρίως τουρίστες, που τρώνε σε καντίνες διαφορετικών εθνικοτήτων, μοντέρνα γαλακτοπωλεία, σουβλακερί και σουβλατζίδικα που ξαναγίνονται μόδα και παγωτό, πολύ παγωτό. Οι κατάλογοι των μαγαζιών στα αγγλικά, τα ιταλικά, τα γαλλικά… όχι όμως ελληνικά ή… πακιστανικά. Δεν είναι εθνικό το ζήτημα. Κάθε άλλο. Αναζητάμε τα ελληνικά στον κατάλογο ως κάτοικοι μιας πόλης που μας εξορίζει και μας εξοργίζει.

Γιατί δεν μας θέλει; Δεν έχουμε πια σπίτι, στέκι, κομμωτήριο… σπίτι. Ναι, δύο φορές το σπίτι. Κι όταν έχουμε, η μουσική από το κάτω και το απέναντι και το δίπλα μπαρ είναι τόσο εκκωφαντική που δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε.

Εξευγενισμός (ο). Ουσιαστικό αρσενικού γένους. Θέλει να καταβροχίσει την πόλη. Να βγάλει λεφτά με όποιο τίμημα. Η τιμή τιμή δεν έχει…

Στη σημερινή Αθήνα, περπατώντας ακόμη και σε γειτονιές όπως τα Εξάρχεια ή το Παγκράτι, συνειδητοποιείς την αλλαγή. Δίπλα στο ψιλικατζίδικο της Ζωοδόχου Πηγής, άπειρα μπαρ, εστιατόρια, σπεσιάλιτι καφέ δεύτερου ή τρίτου κύματος, Airbnb και ξενοδοχεία. Πολλά ξενοδοχεία, τόσα που αναρωτιέσαι. Αν θες μετά από ξενύχτι να μην οδηγήσεις ή φοβάσαι να μπεις σε ταξί, τα μπουτίκ χοτέλζ είναι η λύση. Άπο και κλείεται να μην βρεις κάπου, σε ένα από όλα, ένα δωμάτιο. Ενώ οι άστεγοι έξω στους δρόμους πληθαίνουν. Και οι ξέχειλοι κάδοι σκουπιδιών.

Μία πόλη. Ένα ατελείωτο εργοτάξιο ξηλώματος, δόμησης και αναδόμησης. Με αποτέλεσμα την αποδόμηση.

Όμως ο εξευγενισμός δεν είναι απαραίτητα βίαιος. Η ασυδοσία του ανθρώπου τον κάνει. Η αλλαγή δεν είναι απαραίτητα κακή. Θα ήταν σαν να μη θέλαμε δρόμους ή ρεύμα στα Κουφονήσια, επειδή κάποτε είχαμε ζήσει εκεί έτσι τον έρωτα, με μία βάρκα που μας παίρνει από το πλοίο και μας πηγαίνει στο λιμάνι. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο επιβάλλεται η μετάβαση είναι αυτός που χωλαίνει. Η μετάπλαση μετατρέπεται σε στυγνή αντικατάσταση. Άλλο το μονοπώλιο, η βίαιη εξαγορά και οι πολυεθνικές και άλλο το καλωσόρισμα του καινούργιου και η ομαλή συνύπαρξη. Άλλο το πλοίο να δένει στο λιμάνι κι άλλο δέκα πεντάστερα σε μία παραλία που χωρά δέκα ψάθες…

Δεν είναι, δηλαδή, προβληματικό το ίδιο το γαλακτοπωλείο, το καφέ ή το micro bakery, κυρίως ειδωμένα υπό το πρίσμα μιας μικρομεσαίας επιχείρησης και όχι ενός ισοπεδωτικού κολοσσού. Το τελευταίο, επί παραδείγματι, αντικαθιστά τα μίγματα με καλύτερο αλεύρι, φτιάχνει αληθινό ψωμί, μας ξανασυστήνει τη γεύση. Στο ζυμωτήριό του αναμειγνύει διαφορετικά υλικά με καλή (;) πρόθεση. Αν, μεταφορικά, όντως το μίξερ μας χωρά όλους (ή όσους το υποδεχόμαστε με ανοιχτό μυαλό) και σέβεται τα δικαιώματα (και) των κατοίκων και αντιλαμβάνεται πως αυτός ο μόνιμος κάτοικος θα είναι η σταθερά του, όλα καλά.

Αν στον βωμό του εύκολου πλουτισμού θέση έχουν μόνο κάποιοι, κρίμα. Το μίξερ γίνεται μπλέντερ ή κιμαδομηχανή. Και ναι, κάποιοι εξαγοράζουν ολόκληρες γειτονιές εξορίζοντας κατοίκους και δημιουργώντας FOMO φυλακές.

Αν δεν βάλουμε μυαλό, ο εξευγενισμός θα γυρίσει μπούμερανγκ και θα μας φάει. Και το αστείο είναι ότι θα τον παρακαλάμε κιόλας. Είτε σε ινσταγκραμική ουρά για σάντουιτς στα Εξάρχεια είτε σε fine dining δυάστερο στο Μεταξουργείο.

Δύο συνθήματα στη διαδρομή προς το Κουκάκι. Αληθινά:

Να μπούμε στα άδεια σπίτια.

Το τζεντριφικάσιον καταστρέφει τις γειτονιές μας.

Άλλο επανοικειοποίηση κι άλλο εξευγενισμός. Deep fake στη βαθιά αλήθεια.

 

 

 

Συντάκτης: Ιωάννα Σκοτίδα