Οι ερωτευμένοι, στα πρώτα ραντεβού, κερνάνε καραμέλες με μέλι. Κατά τη διάρκεια της σχέσης δοκιμάζουν πολλές γεύσεις: μέντες που καίνε, ούζου που μεθάνε, λεμονιού που ξινίζουν. Κι όταν κάτι δεν τραβάει, όταν η σχέση πνέει τα λοίσθια, η αγαπημένη τους καραμέλα είναι ο «μαλακομαγνητης».

Εν αρχή ήν η γνωριμία. Άνθρωπος γνωρίζει άνθρωπο κι η σεξουαλική έλξη κάνει την εμφάνιση της. Είναι το στάδιο που η τεστοστερόνη κι οι φερομόνες τους προσκαλούν σε ατελείωτα πάρτι, που η μουσική είναι πολύ δυνατά και δεν ακούνε πολύ καλά ο ένας τον άλλον.

Σιαμαίες αγκαλιές, συναρπαστικό σεξ κι ατέρμονες συζητήσεις. Χαριτωμένες διαφωνίες, αναφορές σε συνήθειες, ξενυχτισμένα –χωρίς μαύρους κύκλους ως δια μαγείας- μάτια, χαμόγ.. Ένα rewind εδώ παρακαλώ! Χαριτωμένες διαφωνίες κι αναφορά σε συνήθειες: οι φράσεις κλειδιά!

Κάποιο ξημέρωμα, από εκείνα τα πρώτα, τα άυπνα, εκείνος αναφέρει πόσο διασκεδάζει με το pro (το γνωστό εκ του «πίνω μπάφους και παίζω pro») και πόσο τυχερός είναι που έχει αδελφό άρα και συμπαίκτη, ανά πάσα στιγμή. Εκείνη σκέφτεται πόσο γλυκός είναι ο αιώνιος έφηβος της και θέλει να του σκάσει φιλί. Παράλληλα, μαζεύει τις στάχτες που του έχουν πέσει απ’ το τασάκι κι εκείνος γελάει αποκαλώντας την Μόνικα (εκ των friends).

Μερικά κρασιά μετά, εκείνος γίνεται λίγο κάφρος και αστειεύεται για την πρώην του την τρελή που ήθελε να κάνει σεξ σε αμάξια, δρομάκια κι οποιοδήποτε άβολο μέρος της κατέβαινε. «Δεν είμαστε πια είκοσι, έχουμε την κρεβατάρα μας, στο σπιτάκι μας και θα τρέχουμε δεξιά κι αριστερά να ταλαιπωρούμαστε»; Εκείνη, αυτόματα, μέτρησε έναν πόντο κατά του φαντάσματος της πρώην και κρυφοχάρηκε με εκείνο το «σπιτάκι μας».

Μέσα στην εβδομάδα, καυγαδίζουν και χωρίζονται μουτρωμένοι. Μετά από λίγο, εκείνη σπάει τα τηλέφωνα. Εκείνος δε σηκώνει τα πρώτα, θέλει να ηρεμήσει, αλλά η καλή του επιμένει. Πώς να την αφήσει έτσι; Μιλάνε και τα βρίσκουν σε τρία λεπτά. Όσα και τα απανωτά τηλεφωνήματα της καλής του.

Ο καιρός πέρασε, το ζευγάρι είναι μαζί κι επίσημα, πια, στο σπιτάκι τους.

Εκείνη την Κυριακή, το κορίτσι ξυπνάει και τον βρίσκει στο σαλόνι να παίζει pro, το πακέτο απ’ τα τσιγάρα έχει πέσει στο πάτωμα και το τραπεζάκι είναι γεμάτο στάχτες. Του λέει ν’ αφήσει τα παιχνίδι και να μαζέψουν λίγο το σπίτι. Στην αρχή δεν της απαντάει και μετά μουρμουρίζει «Ε; ναι μωρό μου σε λίγο να τελειώσω». Σεληνιάζεται και παίρνει τηλέφωνο τις φίλες της να βρεθούν.

«Μαλακομαγνήτη έχω ρε κορίτσια; Έψαχνα πολύ πάλι να τον βρω; Ξύπνησα, ήταν στο σαλόνι κι έπαιζε, με τη τσίμπλα στο μάτι. Περιττό να σας πω, μπουρδέλο το σαλόνι. Κι ούτε καν σηκώθηκε να μαζέψουμε λίγο.» Χορωδιακά συνηγορούν κι οι φίλες. «Άντρες, τι περιμένεις, ανώριμοι, δε θα μεγαλώσουν ποτέ». Ένσταση! Πώς ο αιώνιος έφηβος έγινε μαλάκας; Μα για τον ίδιο λόγο δεν έλιωνε εκείνο το βράδυ κι ήθελε να τον γεμίσει φιλιά;

«Τουλάχιστον κάνατε σεξ χθες;», ρωτάει η φίλη. «Ναι, πάλι στο κρεβάτι, με την άνεση μας, χαλαρά. Λες και το κάνει αγγαρεία. Γι’ αυτό σας λέω, μαλακομαγνήτη». Ένσταση ξανά! Εκείνη δεν ήταν, που είχε χαρεί με την τρελή πρώην του που ήθελε να κάνει πρακτική στο κάμα σούτρα; Εκείνη δεν είχε γλυκαθεί με «την κρεβατάρα τους, στο σπιτάκι τους»;

Στο σπίτι του κολλητού, εκείνος καπνίζει νευρικά και φωνάζει. «Είναι τρελή ρε! Αφού κοιμόταν ακόμη, εγώ τι έπρεπε να κάνω; Να περιμένω την πριγκίπισσα να ξυπνήσει; Άσε που η υστερική ήθελε να κάνουμε δουλειές με τη τσίμπλα στο μάτι». Μα εκείνος δεν τη φώναζε «Μόνικα» και γελούσε; Η Μόνικα, έχει βάλει τον Τσάντλερ να κάνουν γενική στις πέντε το πρωί, αμέσως μετά το σεξ!

Το τηλέφωνό του χτυπάει συνεχώς. Δεν καταλαβαίνει ότι θέλει λίγο να ηρεμήσει; Όχι, δεν το καταλαβαίνει, αφού στους πρώτους καυγάδες η καλή του επέμενε κι εκείνος δεν ήθελε να την αφήσει έτσι.  

Εκείνα που μας ωθούν στο να χαρακτηρίσουμε κάποιον μαλάκα, συνήθως είναι εκεί απ’ την πρώτη στιγμή, δεν εμφανίζονται ξαφνικά. Απλώς εμείς δε δώσαμε σημασία, τα προσπεράσαμε στις πρώτες εκκρίσεις οκυτονίνης.

Ο «μαλάκας» δεν είναι μαλάκας επειδή ξαφνικά οι συνήθειες του γίνονται κόκκινο πανί στα νεύρα. Η «τρελή» δεν είναι τρελή επειδή επέστρεψαν ξαφνικά τα όρια των αντοχών και των ανοχών. Υπάρχουν άνθρωποι που ταιριάζουν κι άνθρωποι που δεν ταιριάζουν. Κι αυτό δεν είναι λάθος, ούτε κακό. Απλώς συμβαίνει.

Στην αρχή τα όρια είναι λαστιχάκια, μπορούν να τεντώσουν πολύ. Εμείς επιλέγουμε να τα κάνουμε σφεντόνες διότι η λογική στενεύει τους έρωτες. Δυο όμορφα μάτια ή δυο χέρια με διακριτές φλέβες μπορούν να σε ξετρελάνουν. Κι έχεις δυο επιλογές: Αναλογίζεσαι τους λόγους που δεν πέτυχαν οι προηγούμενες σχέσεις σου, έχεις το μυαλό ανοιχτό κι αν δεις τα σημάδια αποχωρείς απ’ την πρόβα πριν την παράσταση. ‘Η αποφασίζεις να δοκιμάσεις ξανά, μήπως αυξήθηκαν οι αντοχές σου.Έχοντας, όμως, επίγνωση ότι δυο μάτια και δυο χέρια μπορεί να καταλήξουν σε «ασυμφωνία χαρακτήρων».

Δικαίωμα σου το τι θα πράξεις, δεν πραγματεύομαι εδώ το αν και πότε πρέπει να υποχωρείς, ούτε τα μυστικά της επιτυχίας στις σχέσεις. Ούτε μπορεί να κρίνει κάποιος άλλος τις αποφάσεις σου.

Μη ζητάς, όμως, τα ρέστα. Μη γίνεσαι ξαφνικά τσιγκούνης. Αφού αποφάσισες να ποντάρεις, τουλάχιστον τίμα τις άδειες σου τσέπες, σφυρίζοντας εκείνο το τραγούδι: «Δεν πειράζει που δε σου ήρθε η ζαριά, τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα».

 

 

Συντάκτης: Αριέλλα Μεσημέρη