Ευχή και κατάρα το να μένεις μακριά από την πόλη σου.

Όποιος αποφάσισε να σπουδάσει σε μια πόλη μακριά απ’ τη δική του, ακόμη θυμάται τον ενθουσιασμό για το ξεκίνημα της ανεξάρτητης εποχής του. Μιας εποχής που περιλαμβάνει την ελευθερία να βάλει το κρεβάτι στο σαλόνι του, τα ξενύχτια χωρίς καμιά μαμά να περιμένει ανήσυχη και χωρίς γκρίνια για τις Κυριακές που θέλει να πάει για ούζα, αντί να φάνε πάλι οικογενειακά. Όποιος αποφάσισε ν’ ακολουθήσει τον έρωτα σε πόλη μακρινή, ακόμη θυμάται τη δίψα της εξερεύνησης του καινούριου τόπου· με το ταίρι του, περιπλανώμενοι σε νέες εικόνες που θα γίνουν «ο τόπος τους».

Σε κάθε περίπτωση, ορκίζεται στο όνομα της τεχνολογίας ότι όλοι θα είναι σε άμεση σύνδεση με την καινούρια του ζωή, χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά στριμώχνονται σε τρεις βαλίτσες κι υπόσχεται στη μαμά ότι θα τρώει καλά και θα φοράει ζακέτα. Δίνει βιαστικά αποχαιρετιστήρια φιλιά στα αγαπημένα μάγουλα και δε βλέπει την ώρα να καλωσοριστεί στο «εκεί».

Οι σπουδές τελειώνουν και βρίσκει δουλειά εκεί, ο έρωτας θεριεύει κι εγκαθίσταται εκεί, οι άλλοτε γνωστοί είναι πια οι φίλοι του εκεί· και το «εκεί» γίνεται όλο και πιο μόνιμο στο μυαλό του. Κάπως έτσι, χτίζει τη ζωή του χιλιόμετρα μακριά απ’ τους δικούς του και τους βλέπει λίγες μέρες το χρόνο. Συνηθίζει στην απουσία και στα τηλέφωνα· συνηθίζει τόσο, που σπάνια αφήνει να νιώσει ότι του λείπουν.

Έρχεται, όμως, μια στιγμή που ξαφνικά αναλογίζεται πόσο δύσκολο είναι αυτό το «μακριά». Είναι όταν σκέφτεται αθροιστικά τις καλές ή κακές στιγμές που έχει χάσει· κι αυτές που θα χάσει. Το να ζει κανείς μακριά απ’ τους δικούς του, σημαίνει αυτόματα ότι δε θα είναι παρόν σε χαρές και λύπες. Τουλάχιστον όχι άμεσα. Τούμπαλιν, θα είναι κι εκείνοι απόντες στις δικές του.

Πρακτικά, σημαίνει πως όταν παντρευτεί η αδελφή σου, δε θα μπορείς να είσαι μαζί της όταν ψάχνει για νυφικό· θα λες τη γνώμη σου στις φωτογραφίες που θα σου στέλνει κι όχι στο πρόσωπό της. Τη χαρά της και το άγχος, θα τα μοιράζεστε απ’  το τηλέφωνο κι αναπόφευκτα θα σκεφτείς ότι πιθανότατα δε θα είσαι εκεί κι όταν το ανιψάκι σου κάνει τα πρώτα του βήματα.

Στον αντίποδα της χαράς, πρακτικά σημαίνει πως όταν «φύγει» ο παππούς σου, θα το μάθεις απ’ το τηλέφωνο. Θα κλάψεις μόνος σου στο γραφείο και θα σκέφτεσαι ότι πριν δυο μήνες που είχες πάει για διακοπές, σου έφτιαχνε κάθε πρωί ελληνικό καφέ. Θα νιώθεις λανθάνουσες τύψεις που δεν ήσουν όλη την ημέρα μαζί του και πάντα θα σου λείπουν αυτοί οι τελευταίοι δυο μήνες που δεν έζησες κοντά του.

Θα υπάρχουν βράδια που θα τους παίρνεις τηλέφωνο και θα είναι όλοι μαζεμένοι σπίτι, θα ψήνουν και θα πίνουν μπίρες και θα εύχεσαι να διακτινιζόσουν. Θα υπάρχουν μέρες που θα ακούς τη μαμά σου πεσμένη και δε θα μπορείς να την κάνεις μια αγκαλιά. Θα σου λέει η γιαγιά σου «αχ παιδάκι μου είσαι μακριά, σ’ έχω έννοια» και θα προσπαθείς να τη διαβεβαιώσεις ότι είσαι μια χαρά κι ότι θα πας σύντομα να τη δεις· με φωνή σπασμένη απ’ την συγκίνηση.

Κι όσον αφορά στο δικό τους «μακριά σου», θα έχεις γρίπη κι αν οι φίλοι σου ή ο άνθρωπός σου δεν δύνανται να είναι εκεί, θα αναγκαστείς να σε νταντέψεις μόνος σου· χωρίς ούτε μια κοτόσουπα. Θα σβήνεις κεράκια σε τούρτες ή θα μετράς αντίστροφα για τον καινούριο χρόνο και θα σου λείπουν τα οικογενειακά φιλιά της αγάπης. Και θα υπάρχουν κι εκείνες οι φορές που θα σου τη «βιδώνει» η τόση σιωπή στο σπίτι σου· κι ότι στο άλλο σου σπίτι, έκαναν το παιδικό σου δωμάτιο αποθήκη.

Το να ζει κανείς μακριά απ’ τους δικούς του, δημιουργεί και μια βαθύτερη παγίδα. Κάποιες φορές, η ανάγκη να δημιουργήσει «δεσμούς αίματος» στην πόλη που ζει πια μόνιμα, οδηγεί σε λάθος εκτιμήσεις για ανθρώπους. Δένεται μαζί τους, λίγο πιο γρήγορα απ’ ότι θα έπρεπε, γιατί έχει πολύ άδειο χώρο στο σπίτι του και στη ζωή του. Ο φόβος του να νιώσει μόνος αλλά κι ο φόβος του ότι πρέπει να αντιμετωπίσει μόνος τα πάντα, παρακάμπτει κάποια στάδια της ορθής κρίσης κι αν οι προσδοκίες διαψευστούν, το βιώνει λίγο περισσότερο δραματικά.

Έχοντας, όμως, συμβιβαστεί ο «ξενιτεμένος» με αυτές τις δυσκολίες, καλωσορίζει και τους όμορφους «επισκέπτες». Βιώνοντας τη μοναξιά, τελικά ξεπερνά το φόβο της κι αρχίζει να γουστάρει την παρέα με τον εαυτό του. Τον μαθαίνει όλο και βαθύτερα και παύει να «γαντζώνεται» από άλλους. Επιλέγει τους ανθρώπους που αξίζουν να είναι στη ζωή του κι ας είναι μόλις δύο ή τρεις. Δε χρειάζεται περισσότερους άλλωστε.

Πηγαίνοντας διακοπές στο πατρικό του, απολαμβάνει την κάθε ημέρα. Χωρίς την τριβή της καθημερινότητας, δεν τσακώνεται με τους δικούς του για τα πιο ηλίθια πράγματα και οι «μέρες του κοντά» εμβαθύνουν τη σχέση και το δέσιμο. Όταν δεν είναι δεδομένη η οικογένεια στην καθημερινότητα, ρουφάς τις στιγμές του «μαζί» και αντιλαμβάνεσαι την αξία τους.

Ζώντας «εκτός αγέλης»  γίνεται πιο υπεύθυνος και πιο δυνατός. Μαθαίνει να πληρώνει τους λογαριασμούς στην ώρα τους και να φροντίζει το σπίτι του. Αν ξεχάσει τα κλειδιά του θα τρέξει να βρει κλειδαρά, δε θα μπορεί να επαναπαυτεί στο ότι κάποιος θα του ανοίξει· και δύσκολα θα τα ξαναξεχάσει. Αν ακούσει θόρυβο μέσα στη νύχτα, θα γυρίσει πλευρό και δε θα στήνει καραούλι με αναμμένο φως και σκούπα στο χέρι. Θα πάρει μόνος του τη ζακέτα του το βράδυ που θα έχει ψύχρα, αλλά αν γουστάρει να περπατήσει χωρίς ομπρέλα στη βροχή δε θα έχει κανέναν να του γκρινιάζει για το ότι θα αρρωστήσει.

Συντάκτης: Αριέλλα Μεσημέρη