Τα αεροδρόμια τα λάτρευε. Δεν ήταν τόσο το γεγονός ότι σήμαιναν την απαρχή ενός ταξιδιού όσο για το ότι λειτουργούσαν σαν πύλη σε ένα παράλληλο σύμπαν, προσωρινό μεν πολύ ενδιαφέρον δε. Ενώ οι φίλοι έψαχναν πάντα για πτήσεις με τη λιγότερη αναμονή ή παραμονή σε ενδιάμεσους σταθμούς, εκείνη ήξερε πως το αεροδρόμιο κι η αναμονή σε αυτό ήταν η ευκαιρία της να ταξιδέψει πραγματικά κάπου αλλού.

Σαν παιδί που ψάχνει για ζαχαρωτά, στήθηκε μπροστά στον πίνακα αναχωρήσεων και με γουρλωμένα μάτια έψαχνε την πτήση της. Ελαφρώς απογοητευμένη που δεν είχε ξεκινήσει ακόμη το check in, ξεφύσησε και με απροθυμία έσυρε τη βαλίτσα της στον κοντινότερο χώρο αναμονής.

Κάθισε στα γκρίζα, μεταλλικά, καθίσματα, τα οποία σίγουρα δεν είχαν φτιαχτεί για να φιλοξενούν τους επιβάτες για πολλή ώρα κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στον τεράστιο χώρο και το βουητό του απ’ τους διερχόμενους. Ήθελε να χορτάσει με εικόνες βιαστικών ταξιδιωτών που έκαναν σπριντ να προλάβουν τις πτήσεις τους κι άλλων που χαλαροί κι ενθουσιασμένοι ανυπομονούσαν για τις επερχόμενες διακοπές τους.

Το βλέμμα της, όμως, δεν μπόρεσε να προσπεράσει την εικόνα ενός αγκαλιασμένου ζευγαριού και κοντοστάθηκε. Η γλώσσα των σωμάτων τους της έλεγε ότι γινόταν μάρτυρας μιας ιδιαίτερης, γι’ αυτούς, στιγμής. Το εκ πρώτης όψεως πάθος που εκδήλωνε ο ένας προς τον άλλον, με μια προσεκτικότερη ματιά φαινόταν να είναι βαθιά λύπη, απογοήτευση. Αυτή χωμένη στην αγκαλιά του κι αυτός να της χαϊδεύει με τρυφερότητα τα μακριά καστανά της μαλλιά. Αυτή με μεγάλη βαλίτσα κι αυτός απλά με τζιν και μπουφανάκι. Ήταν προφανές ότι ήταν στιγμή αποχωρισμού, μπορεί κι οριστικού αποχωρισμού, αν έκρινε απ’ τα δάκρυά της.

«Ίσως δεν άντεξαν την απόσταση», σκέφτηκε σιωπηλά. Απ’ την τσάντα της κοπέλας εξείχε ένα βιβλίο του Alain De Botton. Δεν μπορούσε να διακρίνει τον τίτλο, αλλά αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν το βιβλίο στο οποίο ο Alain De Botton περιέγραφε τις ενθουσιώδεις του εμπειρίες, αποτέλεσμα της παραμονής του στο αεροδρόμιο του Heathrow για μια βδομάδα και πως αυτές πυροδότησαν μέσα του ερωτήματα σχετικά με την έννοια της σύγχρονης ύπαρξης. Τι τραγική ειρωνεία θα ήταν αυτή, σχεδόν ποιητική, σκέφτηκε.

Στα μεγάφωνα ανακοινώθηκε η πύλη αναχώρησης κι ήταν ώρα να προχωρήσει. Σκάναρε την κάρτα επιβίβασης και πέρασε στο χώρο ελέγχου των επιβατών. Ένας τεράστιος χώρος, με ψυχρά χρώματα, σχεδόν γυμνός κι εντελώς αφιλόξενος. Σε όλα τα αεροδρόμια αυτός πρέπει να ήταν σίγουρα ο πιο άσχημος, εμφανισιακά, χώρος κι η έλλειψη διακόσμησης, μάλλον επιτηδευμένη, ήταν ίσως μια επίδειξη δύναμης από πλευράς της διεύθυνσης του αεροδρομίου, μια διαβεβαίωση ότι δε θα επέτρεπαν σε επικίνδυνες αποσκευές ή «επικίνδυνους» ταξιδιώτες να φτάσουν στο αεροσκάφος. Παρ’ όλη τη μεγάλη ουρά μπροστά της, έφτασε γρήγορα η σειρά της και με σιγουριά πέρασε απ’ τον ανιχνευτή μετάλλων.

Αφήνοντας τον έλεγχο πίσω της κι ανακουφισμένη που τελείωσε με την αγγαρεία αυτή, κατηφόρισε στο μακρύ διάδρομο που στα τελευταία του μέτρα πλάταινε σιγά-σιγά οδηγώντας την στο πιο ενδιαφέρον κομμάτι του αεροδρομίου.  Οι έντονες, μπερδεμένες, μυρωδιές αρωμάτων στον αέρα πρόδιδαν την είσοδο στα duty free. «Εδώ μάλιστα», αναφώνησε αντιλαμβανόμενη την προφανή αντίθεση του χώρου αυτού απ’ τον προηγούμενο.

Ζωηρά χρώματα, έντονα φώτα, καταστήματα ρούχων κι αξεσουάρ, μπαράκια κι εστιατόρια εκτείνονταν κατά μήκος ενός ζικ ζακ διαδρόμου και προσπαθούσαν μανιωδώς να κερδίσουν τη σημασία της, αλλά αυτή, ως έμπειρη ταξιδιώτισσα, ήξερε ότι αυτά είναι για πρωτάρηδες. Παρακολουθώντας τους άλλους ταξιδιώτες που γούρλωναν τα μάτια και χαμογελούσαν πλατιά, αβίαστα και χιουμοριστικά αναφώνησε: «Ερασιτέχνες!».

Με αργά βήματα, λες κι είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή της, περπάτησε μέχρι το τέλος του διαδρόμου, παρατηρώντας τον κόσμο αριστερά και δεξιά. Της άρεσε να καταγράφει τις εκφράσεις τους, τα συναισθήματά τους και να μαντεύει το λόγο ταξιδιού τους. Πίσω της ένας νεαρός στο τηλέφωνο έλεγε στο πρόσωπο στην άλλη άκρη της γραμμής ότι δεν έβλεπε την ώρα να το αγκαλιάσει.

Γι’ αυτό αγαπούσε την αναμονή στα αεροδρόμια, γιατί της επέτρεπε να γίνει παρατηρητής και να συμμετέχει για λίγο στη χαρά ή τη λύπη των ανθρώπων που ανέμεναν τις πτήσεις τους. Εκεί ακριβώς κρυβόταν η μαγεία της εμπειρίας του αεροδρομίου, στην απροκάλυπτη αντίθεση συναισθημάτων που βίωναν οι επισκέπτες του και μαζί με αυτούς κι η ίδια.

Χαμογέλασε πλατιά και σκέφτηκε ότι ο Λέο Μπουσκάλια ίσως να μην ήταν τελικά τόσο τρελός που θεωρούσε τα αεροδρόμια χώρους όπου η δυναμική της ζωής εκφραζόταν απροφάσιστα. Απ’ την άλλη, ίσως αυτή ήταν η τρελή που τελικά συμφωνούσε μαζί του!

 

Συντάκτης: Εύη Πηλαβάκη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη