Κουράστηκες. Η ζωή γενικότερα είναι δύσκολη. Τι να κάνεις λοιπόν για ν’ αλλάξεις τα τετριμμένα, να βάλεις λίγο χρώμα στην καθημερινότητα, ν’ αφυπνίσεις τη συνείδησή σου; Μπορείς να διαβάσεις ποίηση. Όσο ρομαντικό κι αν ακούγεται, κρύβει τόση μεγαλοπρέπεια αυτή η στιγμή και τόση δύναμη που πολλοί θα ήθελαν να βρεθούν στη θέση σου.

Η ποίηση είναι σαν ωκεανός που πλημμυρίζει την ψυχή σου και σου δημιουργεί τη γαλήνη που χρειάζεσαι για να ισορροπήσεις μεταξύ λογικής και συναισθημάτων. Είναι τροφή για σκέψη, άλλοτε λυρική κι άλλοτε ρεαλιστική σε ωθεί να εξερευνήσεις όλα εκείνα που κρύβεις μέσα σου και δεν τολμάς να εξωτερικεύσεις.

Θα ‘χεις παρατηρήσει ότι όλοι αυτοί που αρέσκονται να διαβάζουν ποίηση είναι κι οι ίδιοι λίγο «αλλού», έχουν μια ιδιαιτερότητα, μια τρέλα, μια αλλοπρόσαλλη προσέγγιση των πραγμάτων. Είναι αερικά που γνέφουν στον έρωτα με ευγένεια και συγκαταβατικότητα κι όταν ξεπροβάλλει ο πόνος προσπαθούν να λυτρωθούν μέσα απ’ τα λόγια των ποιητών φτάνοντας στα όρια της αυτοκαταστροφής.

Η ποίηση είναι αποτυπωμένα συναισθήματα ανθρώπων που είχαν το μεγαλείο ψυχής να υμνήσουν τον έρωτά τους, να τον ορθώσουν μπροστά τους και να τον βλέπουν να τους σταυρώνει κάθε μέρα. Κι όμως γράφοντας νιώθουν ζωντανοί, γιατί εξιλεώνουν τον πόθο τους κι εξυψώνουν την ελπίδα πως κάποια μέρα θα γίνουν ευτυχισμένοι.

Καλώς ή κακώς, η ποίηση μας συντροφεύει στα δύσκολα, στις ώρες μελαγχολίας, ερωτικής απογοήτευσης και μοναξιάς. Είναι ένα καταφύγιο για την ψυχή. Σιγά-σιγά όμως, γίνεται μέρος της ζωής μας κι όχι μόνο διαβάζουμε ποίηση σε κάθε ευκαιρία, αλλά αρχίζουμε με δειλά βήματα να εκφράζουμε όλο και πιο άνετα τα συναισθήματά μας, χρησιμοποιώντας όμορφες λέξεις, εκείνες που στη σημερινή νεοελληνίστικη αργκό ξεχάσαμε πώς προφέρονται.

Ακόμη κι η τακτική πολλών διαδικτυακών σελίδων να κάνει εικόνες γνωστές ρήσεις Ελλήνων και ξένων ποιητών και συγγραφέων δίνει την ευκαιρία σε όλους μας να τις μάθουμε και στη συνέχεια να τις ασπαστούμε και να ταυτιστούμε μ’ αυτές.

Και κάπου εκεί μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας, αποφασίζεις κι εσύ να γράψεις δυο-τρεις αράδες σκέψεων. Ν’ αποτυπώσεις τα δικά σου συναισθήματα, να βγάλεις από μέσα σου όλο τον καημό και τον πόνο. Όχι, γιατί είσαι αδύναμος και δεν μπορείς να τα πεις. Τα λες, όταν έχεις την ευκαιρία. Η δύναμη του γραπτού λόγου είναι τόσο εκκωφαντική, που ακόμη κι οι βυθισμένοι στη σιωπή τους τη φοβούνται. Ξέρεις γιατί; Τους αγγίζει.

Οι άνθρωποι που έχουν το σθένος ν’ αφουγκραστούν συναισθηματικές εξάρσεις άλλων, να βιώσουν τον έρωτα μέσα απ’ το στίχο, να ελιχθούν μεταξύ λάθους και μάθους, να συγχωρήσουν μέσα απ’ την πληγή είναι δυνατοί.

Έχουν μάθει να εκφράζουν τα συναισθήματά τους χωρίς να κρύβονται πίσω απ’ το πέπλο της δειλίας και της ευκολίας των πολλών επιλογών, να υπερασπίζονται το βαθύτερο και πιο αληθινό τους πόθο, αυτόν που λαχταρά η ψυχούλα τους. Μέχρι τέλους.

Οι λάτρεις της ποίησης και της συναισθηματικής έκφρασης ερωτεύονται με πάθος. Είναι εραστές όχι μόνο του κορμιού, αλλά κυρίως του μυαλού. Εκφράζουν τις μύχιες σκέψεις τους με λυρισμό κι αφήνουν τους υπόλοιπους να πλανώνται στην πεζή καθημερινότητα, όταν εκείνοι ταξιδεύουν στην ομορφιά της ψυχής.

Για να νιώσεις εκείνον που αγαπά την ποίηση πρέπει ν’ αφεθείς, ν’ αφεθείς στο συναίσθημα. Εκείνο που φοβάσαι ν’ αντικρίσεις, εκείνο που κρατάς ανομολόγητο, εκείνο που σε πνίγει τα βράδια και δεν μπορείς να κοιμηθείς, εκείνο που όταν λείπουν όλοι απ’ το σπίτι τριβελίζει μέσα σου, εκείνο που θα σ’ απογειώσει όταν το ζήσεις με όλο σου το είναι.

Γι’ αυτό αν θέλεις απόψε να κάνεις κάτι για την ψυχή σου, μέθυσε με ποίηση. 

 

Συντάκτης: Αναστασία Νάννου