#cancel βλέπουμε στους πάντες και στα πάντα, σε πρόσωπα και συμβάντα, κυρίως όμως στις πεποιθήσεις που κρύβονται πίσω από αυτά. Καθένας «κινδυνεύει» από το να πει, να δηλώσει κάτι δημοσίως, να κάνει κάποια ανάρτηση ή να υποστηρίξει κάτι ή κάποιον και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, να κινήσει πλήθος αντιδράσεων που θα τον βάλουν στη «μαύρη λίστα».

Όποιος εκτίθεται κι όσο περισσότερο εκτίθεται μπορεί να φάει cancel, να ακυρωθεί, να διαγραφεί, να μην είναι πια τόσο επιθυμητός στο ευρύ κοινό. Το τελευταίο ωσάν παγκόσμιος, σύγχρονος -διαδικτυακός πλέον- δικαστής αποφασίζει για την τύχη, την πτώση και την άνοδο των δημοσίων προσώπων, που κατά πλειοψηφία επηρεάζονται απ’ αυτό το φαινόμενο. Οπότε τον τελευταίο καιρό, παρά λίγες εξαιρέσεις που ξέφυγαν από τον γενικό κανόνα, όλοι φαίνεται να διατηρούν μια επιφύλαξη όσον αφορά αυτά που επικοινωνούν με τον έξω κόσμο.

Για να μη «φάνε cancel», κάτι σχεδόν ακατόρθωτο πλέον, πρέπει να αποφεύγονται δηλώσεις για πράγματα που θίγουν την κοινή γνώμη: για το σώμα, για τη σεξουαλικότητα, για τις πολιτικές πεποιθήσεις, για τον φεμινισμό, για την κακοποίηση, για το bullying, για τις πλαστικές επεμβάσεις, για την εκμετάλλευση της εξουσίας, για τους vegan, για την πολιτική, για την αγία οικογένεια και φυσικά για την εκκλησία. Η γραμμή μεταξύ της δυσφορίας και του cancel είναι πολύ μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη. Εάν κάποιος πιαστεί από μια φράση, τη διαβάσει με άλλο ύφος, την παρερμηνεύσει χωρίς να την αλλάξει κατά πολύ και τη μεταδώσει ξανά και ξανά, από στόμα σε στόμα, μπορεί να διαγραφεί κι αυτός.

Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος πως αυτά που γράφει κι αυτά που λέει δε θα τον στείλουν στην τηλεοπτική, διαδικτυακή και κοινωνική αγχόνη. Οπότε περιορίζεται, σταματά να μιλά για θέματα που μπορεί να κινήσουν αντιδράσεις και κρύβεται. Πρέπει να ξέρει πού μιλάει, σε ποια συνθήκη, σε ποιους ανθρώπους απευθύνεται, με ποιο ύφος πρέπει να επικοινωνεί τις απόψεις του και το κυριότερο: ποια πλευρά από τις πεποιθήσεις του μπορεί κι έχει τα περιθώρια να επικοινωνήσει.

Κανείς δεν έχει όλες τις σωστές απόψεις, αλλά με μια γρήγορη ματιά, έχουμε τη δυνατότητα (μακάρι) να διακρίνουμε ποιες από αυτές είναι πιο λειτουργικές από τις άλλες, πιο βοηθητικές για να πάμε μπροστά. Βέβαια ταυτόχρονα τους κάνουμε cancel. Μπορεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα να απορρίπτουμε έναν άνθρωπο εξολοκλήρου (γιατί λατρεύουμε και τα άκρα) εξαιτίας μιας συμπεριφοράς του ή κάποιας δήλωσής του αλλά μετά, εάν είναι γενικώς αγαπητός τον επαναφέρουμε στην κεντρική σκηνή γιατί πέρα από την εξουσία που εθιστικά πλέον χρειαζόμαστε, αγαπάμε και την ίντριγκα. Όλο αυτό το «παιχνίδι» για το ποιος θα πει μια καλύτερη και πιο εύστοχη απάντηση απέναντι στο cancel, για το ποιοι θ’ ανακαλύψουν πρώτοι το παρασκήνιο και για το ποιος θα βρει την καλύτερη επόμενη είδηση, εξιτάρει περισσότερο από το ίδιο το συμβάν. Το οποίο σπάνια θα αποκωδικοποιηθεί από κάποιον. Οπότε, το μόνο που μένει έπειτα είναι κάτι αντίστοιχο, αλλά με μικρότερης, ελπίζουμε, βαρύτητας ποινικό μητρώο.

Το cancel θα γραφτεί για λίγο σε άρθρα, θα εμφανιστεί στα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, θα γίνει ένα viral hastag και μετά θα βρεθεί ένα άλλο για να τ’ αντικαταστήσει. Γιατί εκτός από την εξουσία λατρεύουμε και το ανθρωποκυνηγητό. Όλα φιλτράρονται, χωρίς να σημαίνει πως τα σκεφτόμαστε κριτικά. Όλα κρίνονται, μονάχα για να επικρίνουμε κι όχι για να μάθουμε ή να παραδειγματιστούμε. Όλα θεωρούνται λάθος γιατί πρέπει να βρούμε αποδιοπομπαίους τράγους. Πράγματι, κάποιες συμπεριφορές και φράσεις θα έπρεπε να είναι κατακριτέες κι είναι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την πλειοψηφία των ανθρώπων αλλά αυτό δε σημαίνει πως είναι από όλους, ούτε και πως θα παραμείνει αυτό σαν σκέψη, μετέπειτα. Ή ακόμα, γίνονται cancel άνθρωποι λόγω του χιούμορ τους, χωρίς να σημαίνει πως κι αυτό δεν έχει τα όριά του, αλλά μετράει πάντα η συνθήκη κάτω από την οποία ειπώθηκε κάτι κι ο σκοπός που κρύβεται πίσω απ’ αυτή. Όλοι κάνουμε κακές ή κι όχι τόσο αποδεκτές σκέψεις για κάποια πράγματα αλλά όταν κάποιος άλλος τη διατυπώσει δημόσια και παρατηρήσουμε το κύμα αρνητικών αντιδράσεων που δημιουργεί, δεν αλλάζουμε την προσωπική μας ιδεολογία αλλά μπορούμε να την κρύψουμε μέσα στο πλήθος.

«Όποιος δεν ακούει, δε βλέπει, δε μιλάει (και δεν ποστάρει)» δεν ξέρουμε εάν ζει εκατό χρόνια αλλά σίγουρα δεν απειλείται να γίνει canceled. Το αξιοπερίεργο (για όσους είναι έτοιμοι να απορρίψουν μεμιάς άτομα) είναι πως υπάρχουν ορισμένα πράγματα που η ελληνική κοινωνία δε θα μπορούσε ποτέ να διαγράψει: την πατριαρχική της συνείδηση, την εκκλησιαστική της υπακοή και τα μικροαστικά της όνειρα και πρότυπα. Μπορούμε όμως να κάνουμε cancel ανθρώπους που εκπροσωπούν ένα μικρό κομμάτι από αυτά, χωρίς απαραίτητα να μην πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι όσα λένε, αλλά μέσα σ’ ένα αίσθημα προοδευτικότητας που πρέπει να υιοθετήσουμε, τα στηρίζουμε χωρίς απαραίτητα να τα στηρίζουμε στην πραγματικότητα. Αλλά αυτή είναι κι η ιδιομορφία της εποχής μας. Δεν μπορούμε ουσιαστικά να «γλιτώσουμε» απ’ αυτό εάν εκτεθούμε, επιβάλλεται κατά κάποιον τρόπο να βρίσκουμε ανθρώπους για να εξωτερικεύουμε ένα μίσος που το έχουμε αποθηκευμένο για όλα όσα συμβαίνουν, που όμως δεν μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτά. Γιατί εάν είχαμε τη δύναμη να εξαφανίζουμε μ’ ένα απλό cancel όλα εκείνα που σαπίζουν την κοινωνία, ίσως να χανόταν λίγη από την ευχαρίστησή μας να εξουσιάζουμε πάνω σε ό,τι μας έχει απομείνει.

 

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου