Ένα από τα περασμένα απογεύματα, έχοντας άπλετο χρόνο στη διάθεσή μου, αποφάσισα να σκαλίσω εκείνα τα άχρηστα συρτάρια της βιβλιοθήκης μου που απλώς μου στερούν χώρο από το πεδίο εργασίας· μιας και ό, τι δε χωράει σε αυτά μένει πάνω στο γραφείο. Αρχικό πλάνο λοιπόν, ήταν ένα γερό ξεκαθάρισμα με σκοπό να ελευθερωθούν χώροι για να εισβάλλουν νέα πράματα. Φυσικά όλο αυτό πήρε άλλη τροπή μόλις άρχισα να βρίσκω θαμμένες αναμνήσεις αντί άχρηστων αντικειμένων, όπως νόμιζα. Εκεί που είχα βυθιστεί στο παρελθόν και ανακαλούσα μνήμες μου ήρθε μια ιδέα την οποία θυμήθηκα από έναν παλιό καθηγητή εικαστικών. «Θα φτιάξω μια χρονοκάψουλα» είπα και ξεσήκωσα το σπίτι να βρω ένα μεγάλο άδειο κουτί να χωρέσω μέσα ό, τι πάντα θα με γυρνάει πίσω.

Πρώτα-πρώτα τα χαρτικά, σκέφτηκα. Αποκόμματα από περιοδικά της εποχής, αφίσες, πόστερ, αυτόγραφα καλλιτεχνών που τότε ήταν στις τάσεις. Βρήκα κι εκείνο το cd των Hi5 (για όσους τυχερούς το πρόλαβαν φαντάζομαι με νιώθετε). Κάπου ανάμεσα σε όλη αυτή τη χαρτούρα ξεπρόβαλαν τα «ραβασάκια». Από κάτι ορνιθοσκαλίσματα του δημοτικού έως σχέσεις ζωής λυκείου. Βαρυσήμαντες δηλώσεις φίλων, πρόωρα σ’ αγαπώ από φλερτ γυμνασίου καθώς και χωρισμούς σε μουσκεμένες γραμμές που με δυσκόλεψαν να ξαναδιαβάσω εκείνες τις ιστορίες που κάποτε είχα ζήσει.

Ταξίδεψα στο τότε και προσπάθησα να βιώσω ξανά εκείνες τις στιγμές. Ερωτευμένη ήμουν, το θυμάμαι πολύ καθαρά όπως κι εκείνον που μου δημιουργούσε αυτό το συναίσθημα. Ξέρετε, στα 90s, ευτυχώς θα πω, δεν είχαμε κινητά και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για την ακρίβεια ήταν στα πρώιμα στάδια, όμως η πρόσβαση σε αυτά ήταν κάπως δύσκολη. Εκείνο το μαγικό καλώδιο του ίντερνετ, μιας και για wifi ούτε λόγος, που έμπαινε στην πρίζα του τηλεφώνου το οποίο τότε είχαμε σκουλαρίκι αντί του κινητού. Ώρες ατελείωτες στο σταθερό, χωρίς ακουστικά φυσικά, να αναλύουμε την ημέρα μας με φίλους να κάνουμε όνειρα για τα καλοκαίρια αλλά και να αγαπιόμαστε. Μια κάπως πιο ειλικρινής επικοινωνία θα έλεγα.

Ταυτόχρονα μουσική υπόκρουση από κάποιο στερεοφωνικό ώστε να μην ακούει όλο το σπίτι τι συνέβαινε στο σχολείο. Λίγο αργότερα ήρθαν στα χέρια μας τα πρώτα κινητά με κουμπάκια. Με bluetooth και υπέρυθρες να ανταλλάζουμε κινούμενες φωτογραφίες στις εκδρομές. Έβαλα να το φορτίσω μήπως βρω κι άλλα εκεί μέσα που δεν τα θυμόμουν. Είχα δίκιο! Ένα σωρό μηνύματα από φίλους που ούτε που θυμόμουν και κάμποσες αναπάντητες από αποκρύψεις. Ήταν ο τρόπος μας βλέπεις να ακούσουμε όποιον αγαπούσαμε χωρίς να μας καταλάβει.

Κι άλλα cd. «Η αγάπη βλάπτει σοβαρά» έλεγε ο Λεμπέσης κι εγώ το χόρευα σαν τρελή, θαρρείς πως ήξερα τι εννοούσε. Με λύπη μου αντιλαμβάνομαι πως εκείνη την εποχή που εγώ ζούσα, παιδάκι καθώς του αρμόζει, σήμερα η νεολαία προβληματίζεται με άλλα θέματα, μακριά από εκείνα τα αθώα που αντιμετωπίζαμε τότε.  Συνεχίζω με λίγο βουρκωμένα μάτια αφού μόλις έπιασα εκείνες τις τυπωμένες φωτογραφίες, με μηδενική ανάλυση ή φωτεινότητα από τη μηχανή μου. Ναι είχα φωτογραφική μηχανή, δεκάδες μάλιστα από εκείνες που δεν είχαν φιλμ, γέμιζαν και τις δίναμε στο φωτογραφείο να μας τυπώσουν τις πιο ευτυχισμένες στιγμές.

Αυτή εδώ τραβήχτηκε μέσα στο σχολικό ενώ πηγαίναμε σε έναν περίπατο· είχαμε τσακωθεί πώς θα καθίσουμε μα τελικά έπεσε ο κλήρος να συνταξιδέψουμε. Είχα κι ένα cd player τότε, το βρήκα κι εκείνο, που ήταν ακόμη ένας τρόπος να δείξουμε το ενδιαφέρον μας σε κάποιον. Άπλωσα το χέρι μου προσφέροντάς του το ένα εκ των δύο ακουστικών ώστε υποσυνείδητα να του αφιερώνω τραγούδια. Τι να έκανα, δύο επιλογές υπήρχαν μα δεν του έδωσα καμία. Ύστερα από κάποιες μέρες χτύπησε το σταθερό με απόκρυψη το οποίο σήκωσε η μητέρα μου, κουρασμένη πια να εκτελεί χρέη γραμματέα. Με ζήτησαν σε εκείνη μα εμένα δε μου μίλησαν παρά μόνο ακουγόταν ένα από εκείνα τα κομμάτια. Ήμουν σίγουρη πια πως μιλούσαμε για σχέση ζωής. Πόσο αστεία φαντάζουν όλα μετά από τόσα χρόνια.

Συνειδητοποιώ πως είχα από μικρή εκείνη τη συνήθεια να κάνω ασήμαντα πράγματα να μοιάζουν σημαντικά σε βάθος χρόνου. Μη φανταστείς τίποτα καλλιτεχνικές ανησυχίες, απλώς συχνά έγραφα πάνω σε αντικείμενα ημερομηνίες που καμιά φορά συνόδευε ένα μικρό διευκρινιστικό κείμενο. Όπως ακριβώς πάνω σε αυτό το απλό εισιτήριο λεωφορείου. Ήταν το πρώτο μας ραντεβού, αν κανείς θα μπορούσε να το πει έτσι, για το οποίο ετοιμαζόμουν ώρες. Ένας καφές, που ήταν κάποιο ρόφημα χωρίς καφεΐνη, ένα γεύμα σε κάποιο εξαιρετικό βρώμικο κι ύστερα βόλτες. Έχω κρατήσει κι εκείνον το φελλό από το πρώτο μας μπουκάλι κρασί που ήπιαμε τότε, σε εκείνη την ταράτσα. Βρήκα και το πρώτο πακέτο τσιγάρα που σαν χαζά ξεκινήσαμε μαζί αφού τότε είχαμε ορκιστεί πως όλα θα τα κάναμε μαζί! Πέρασε η ώρα όμως κι ακόμη δεν έχω τελειώσει με δαύτο το κουτί που έμπλεξα. Τα πέταξα βιαστικά όλα μέσα και ορκίστηκα πως όταν το ανοίξω ξανά θα συγκρατήσω κάθε δάκρυ χαράς ή λύπης ώστε να τα δω με άλλη σκοπιά. Κι ίσως τότε καταφέρω να ξεφορτωθώ καμιά σαβούρα.

Αν με ρωτήσει κανείς πως ένιωσα με όλη αυτή την αναδρομή, θα πω νοσταλγικά. Για εκείνα τα αθώα χρόνια που το φλερτ ήταν πιο σημαντικό από το να ρίξεις κάποιον στο κρεβάτι, η φιλία ήταν πιο ισχυρή από την ψευτιά των πολλών ακολούθων στα social. Ευτυχής που πρόλαβα το παιχνίδι στην αυλή, την εποχή χωρίς ίντερνετ, τη ζωή χωρίς περιττά άγχη για την εικόνα μου ή το πόσο αρεστή είμαι σε αγνώστους. Κι ο έρωτας, είχε τότε μια υπέροχη αφέλεια, μια ρομαντική συχνότητα, κάτι ανάμεσα στον απόηχο του dirty dancing και τις μελωδικές μπαλάντες του Κορκολή. Με άρωμα του 90 και κάτι από τσαλακωμένα ραβασάκια. Ωραία ήταν, ε;

 

 

Αφιερωμένο σ΄ όσους ήταν παρέα μου σε τούτο το ταξίδι· τότε μα και τώρα.

Συντάκτης: Μέρσα Τσακίρη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου