Η ζωή μας είναι ένα σύνολο αντιθέσεων. Η μέρα διαδέχεται τη νύχτα, ο ήλιος το φεγγάρι. Μια αδιάκοπη, συνεχόμενη ροή διαδοχικών αντιθέσεων, μα τόσο αρμονική ώστε να επιφέρει ισορροπία όχι μόνο συμπαντική μα και πνευματική, συναισθηματική. Κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει με τα καιρικά φαινόμενα και τις φυσικές μεταβολές συμβαίνει και με τα συναισθήματά μας. Εναλλάσσονται αδιάκοπα δίνοντας τη σκυτάλη το ένα στο άλλο δίχως να κουράζονται ή να ξεκουράζονται. Η αντιθετική εναλλαγή συμβαίνει απλά, αβίαστα, φυσικά, καταλήγοντας να είναι μια λογική συνέχεια, καταλήγοντας να έχει μια λογική συνέπεια. Συνέπεια στην επιθυμία του κάθε ανθρώπου να είναι ευτυχισμένος.

Έτσι όταν πονά βγαίνει ο ήχος και ξορκίζεται και διεκδικεί συντροφικότητα, όταν αγαπά γαληνεύει κι όταν νιώθει αυτό το εγωκεντρικό συναίσθημα -τον έρωτα- αναζητά από το μοναχικό του θρόνο χρόνο κι ανταπόδοση. Κι όλα αυτά είναι φυσικά. Ο παράγοντας ωστόσο που καθορίζει κάθε φορά το τι κάνει ο άνθρωπος είναι το ικανοποιημένο ή μη αίτημά του για ευτυχία.

Πάντως  ό, τι κι αν ζητά, αργά ή γρήγορα, την κατάλληλη στιγμή, όταν είναι έτοιμος, όταν ξέρει πώς να το διαχειριστεί σωστά, το παίρνει. Εκείνος που δεν παίρνει είναι πάντα εκείνος που δε ζητά ή μάλλον παίρνει ό, τι έχει απομείνει, ό, τι έχει περισσέψει. Άδικο, δίκαιο ή απλώς επιλογή; Επιλογή, μιας κι ο κάθε άνθρωπος διαλέγει πώς θέλει να ζει, ορίζει τη ζωή του, έχει νου και σκέφτεται, έχει κρίση ώστε να μπορεί ν’ αποφασίζει ποιο είναι το καλό του κι αναλόγως να πράττει. Βέβαια όλα αυτά μόνο αν δε φοβάται.

Αν δε φοβάται να αφεθεί σε μια αγκαλιά μετά από μια κουραστική μέρα. Αν δε φοβάται να δεχθεί ένα χάδι τρυφερό από ένα χέρι ζεστό όταν ανθρώπινα μια φορά λυγίσει. Αν δε φοβάται την οικειότητα που γεννιέται κάθε φορά που δύο καρδιές συγχρονίζονται, συντονίζονται ή έστω  -όπως μπορούν- προσπαθούν. Αν δε φοβάται τη δέσμευση και κατανοεί πως το μοίρασμα είναι που μετράει στη ζωή. Αν δε φοβάται να δεθεί, να αγαπήσει, να αγαπηθεί, να πληγωθεί και να πληγώσει.

Ένας άνθρωπος αποστειρωμένος από συναίσθημα, ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στην αγάπη και στον έρωτα είναι κατά βάση ένας άνθρωπος που έχει άλυτες εκκρεμότητες με τον εαυτό του και συνειδητά επιλέγει να απέχει από συναισθηματικές βουτιές. Συνεπώς κάθε φορά που διεκδικεί κάποιος μια θέση στην καρδιά του να αισθάνεται δυσφορία. Μια απροσδιόριστη, ακατανόητη ακόμα και για τον ίδιο, δυσφορία.  Γιατί να ερωτεύεται και δυστυχεί, αναρωτιέται. Καλύτερα να είναι αποστασιοποιημένος, αποφασίζει. Κι είναι κι αυτή μια επιλογή.

Τέτοιου είδους συμπεριφορές κι αντιδράσεις χρειάζονται χρόνο, όχι με την έννοια του σιγά-σιγά, μα με την έννοια του βάθους που πρέπει να μπεις για να επέλθει η ανάγκη για εκ νέου έκθεση στο συναίσθημα. Γιατί δεν είναι ότι δεν το νιώθεις. Είναι ότι δεν το δείχνεις, γιατί κάπου η εγγύτητα και η εκδηλωτικότητα έχουν κλειδωθεί ως απόρροια της αποχής από οποιαδήποτε εκδήλωση συναισθήματος, με σκοπό, ή μάλλον με φυσικό επακόλουθο, κάποιες μικρές λάμψεις ευτυχίας.

Μεγάλο πράγμα η επιτυχία κι η ευτυχία. Μα ακόμα μεγαλύτερο η επίτευξη του στόχου. Στην καρδιά, ακριβώς στη μέση. Αυτός είναι ο στόχος, όχι όμως για να σπάσει, μα για να ανοίξει, για να μπορέσει να δεχθεί όλα όσα κράτα μακριά της, όσο ο φόβος στέκεται ανάμεσα εμποδίζοντας ερμητικά την είσοδο της αγάπης και της ευτυχίας.

Εσύ αλήθεια υπάρχει κάποιος που να φοβάσαι να θυμηθείς; Κάποιος που να φοβάσαι να ξεχάσεις; Κάποιος που να ορίζει με την απουσία του τη ζωή σου; Φοβάμαι, Κάποιος, Έρωτας· λέξεις κλειδιά. Κι αν κάποιος τις ενώσει φτιάχνει μια ολόκληρη ζωή. Εκτός κι αν…

 

Συντάκτης: Κωνσταντίνα Ραυτοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου