Πάει ένας μήνας και κάτι που χωρίσατε. Όπως κάθε χωρισμός, έτσι κι ο δικός σας, ήταν επώδυνος. Ο πόνος είναι πολύς, δεν ξέρεις πόσο θα κρατήσει: έναν μήνα ακόμη, δύο, ή και περισσότερο. Περιμένεις και ζεις μαζί του. Οι πρώτες μέρες φαντάζουν ατελείωτες, σε βρίσκουν μέσα στους τέσσερις τοίχους, ν’ ακούς μουσική, οι σκέψεις να κάνουν βόλτες, ενώ γύρω σου υπάρχουν τσιγάρα, κακό ντελίβερι και πιθανόν αλκοόλ. Μπορεί η απόφαση να χωρίσετε να ήταν συνειδητοποιημένη, όμως, και πάλι πονάει. Προσπαθείς, λοιπόν, να βρεις τον εαυτό σου αλλά και ν’ αποφασίσεις πώς θα συνεχίσεις τη ζωή σου, χωρίς αυτό το άτομο, αφήνοντας πίσω αυτό το τούβλο που έχει κάτσει τώρα στο στήθος σου και δεν ανασαίνεις.

Σαφώς είναι σκληρό δύο άνθρωποι που έμαθαν να ζουν μαζί, να μιλάνε συνέχεια, να μοιράζονται τα πάντα, καλά και κακά, τώρα ν’ αναγκάζονται να χωριστούν και να συνεχίσουν να ζουν σαν να μη μοιράστηκαν ποτέ τίποτα. Σίγουρα, όσο «προγραμματισμένα» κι αν χωρίσεις, ένα κομμάτι του εαυτού σου θα δυσκολευτεί ν’ ακολουθήσει τη βία της νέας πραγματικότητας. Είναι φυσιολογικό, όμως, να σοκάρεσαι, να μη θέλεις την αλλαγή, να σ’ ενοχλεί η συνήθεια που διακόπηκε. Δε νομίζω ότι κάποιος μπορεί να διαγράψει μια σχέση ακριβώς το δευτερόλεπτο που χωρίζει. Ούτε κι εσύ μπορείς κι αυτό είναι λογικό- μη σε τρομάζει λοιπόν.

 

Get Over It! | eBook


€5,00

-----

 

Στη διαδικασία αυτή της ίασης και της απεξάρτησης, ίσως να υπάρχουν στιγμές που άθελά σου σκέφτεσαι όλα όσα περάσατε μαζί. Όχι, δεν τα νοσταλγείς, απλώς περνάνε από το μυαλό σου γιατί το σώμα σου έμαθε να ζει, να επεξεργάζεται και να μεγαλώνει μ’ έναν άνθρωπο. Μοιραζόταν τη μυρωδιά και την αύρα του, πώς λοιπόν να μη σου σκάνε οι αναμνήσεις;

Και για να λέμε και την αλήθεια, είτε το θέλεις είτε όχι αργά ή γρήγορα θα έρθεις αντιμέτωπος με όλες εκείνες τις στιγμές και πρακτικά. Εκεί είναι που φτάνεις στο πιο δύσκολο για μένα σημείο του χωρισμού: να μαζέψεις από το σπίτι ή το δωμάτιό σου οτιδήποτε σου θυμίζει το συγκεκριμένο άτομο, αποξεραμένα λουλούδια, δώρα, ρούχα, κάρτες και το πιο δύσκολο, τις φωτογραφίες. Αυτές αποτελούν το δυσκολότερο κομμάτι απ’ όλα γιατί είναι και η πιο ξεκάθαρη αποτύπωση της σύνδεσής σας. Αυτή την «εκκαθάριση», να είσαι σίγουρος ότι υποσυνείδητα το μυαλό σου προσπαθούσε να την αποφύγει, οπότε, όταν αποφασίσεις να συμβεί θα είναι σίγουρα επίπονη. Εν τέλει όμως, είναι κι αυτό απαραίτητο να συμβεί, αφού δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να προχωρήσεις. Η διαδικασία αυτή επιβάλλεται καθώς κάνει την ιδέα πράξη και τον χωρισμό μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.

Όσο αρνείσαι ν’ αφαιρέσεις τα σημάδια και τ’ αποτυπώματα της σχέσης από τον χώρο σου, δε χωρίζεις μέσα σου. Μπορείς να τ’ απομακρύνεις βάζοντάς τα σε μια κούτα στην αποθήκη, καθώς δε νιώθεις έτοιμος να τ’ αποχωριστείς εντελώς -ίσως αργότερα, σκέφτεσαι- κρατώντας και την ιστορία σας λίγο ακόμη ζωντανή. Αισθάνεσαι μισός, κενός, ίσως να είναι όντως νωρίς- τι κι αν πέρασε ένας μήνας. Λίγο αργότερα, στον δικό σου χρόνο, θα νιώσεις ο ίδιος την ανάγκη να τ’ αποχωριστείς- μπορεί να μην τη νιώσεις και ποτέ, και να προτιμάς να ξέρεις πως για πάντα θα βρίσκονται πίσω από εκείνη την πόρτα της αποθήκης. Εν τέλει όμως, θα το ξεπεράσεις, δε θα σ’ ενοχλεί πια ό,τι έγινε, και τότε είναι που θ’ απελευθερωθείς, θα νιώσεις ανακουφισμένος κι έτοιμος να ζήσεις τη ζωή σου απ’ την αρχή, πιο έμπειρος και προσεκτικός.

Καλώς ή κακώς οι χωρισμοί είναι μέρος της ζωής μας: άλλοι τους επιλέγουν όταν νιώσουν παγιδευμένοι σε μια σχέση, άλλοι πάλι μένουν παθητικοί και περιμένουν να πάρει ο άλλος την πρωτοβουλία, προδίδονται και προδίδουν, κρύβονται πίσω από συμβιβασμούς ή σπάνε τον φαύλο κύκλο, όσο κι αν τους πληγώνει. Ακούγοντας για έναν χωρισμό, πιάνεται για λίγο η καρδούλα μας, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, γιατί να μένει κάποιος σε μια σχέση που έχει κάνει τον κύκλο της και να βασανίζεται, ενώ μπορεί μόνος του να περνά καλύτερα;

ΥΓ: Δεν είναι το τέλος της ζωής σου! Αυτό είναι σημαντικό να το καταλάβεις, γιατί τα καλύτερα έρχονται κι είσαι υπεύθυνος να τα φέρεις κι εσύ. Να μη διστάσεις να προχωρήσεις. Να μη διστάσεις να ζήσεις.

 

Συντάκτης: Άντρεα Λαζαρίδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου