Μιλώντας για τον τρόπο που η ζωή μας σκηνοθετείται, πρέπει να βάλουμε σε θέση καθοριστική τις αποφάσεις μας, τα βήματα που θα κάνουμε για να φτιάξουμε το δικό μας story. Κι η αλήθεια είναι πως αξίζει να δούμε και τη σκοπιά αυτών που το νέα βήματα δημιουργούν τρόμο, ενώ η διαφορετική απόφαση φαντάζει, αν όχι ξένη, ανώφελη. Τι είδους mentallity συνοδεύει την άρνηση του καινούργιου, τον φόβο πως ο αχαρτογράφητος δρόμος μάλλον οδηγεί σε γκρεμό;

Πέρα από το κλισέ της υπόθεσης, χαρακτήρες που δεν είναι ανοιχτοί σε νέα πράγματα ή εναλλακτικές, συνήθως διακατέχονται από μεγάλη ανάγκη σταθερότητας. Δεν αντέχεις αν δεν ξέρεις το πρόγραμμα της εβδομάδας, ο έλεγχος σού φαίνεται σαν φάρμακο μπροστά στα άγχη της καθημερινότητας. Και στην αντίπερα όχθη, έχουμε το ρίσκο. Δεν αφήνεις τη στάνταρ θέση στη δουλειά γιατί πού ξέρεις τι θα συναντήσεις αλλού, δεν πας να κάνεις την ερωτική εξομολόγηση στο γκομενάκι γιατί η χυλόπιτα θα παραπέσει βαριά, αν σου πει όχι. Και τέλος πάντων, αρνείσαι πεισματικά να δοκιμάσεις άλλο κούρεμα γιατί έτσι σε συνήθισε ακόμα κι ο καθρέφτης σου.

 

 

Μια τέτοια τακτική, μου θυμίζει αυτούς τους τύπους που πίνουν δεκαετίες ολόκληρες το ίδιο κοκτέιλ. Τι καλοκαίρι τι χειμώνας, με κλειστά μάτια margarita. Που μεταξύ μας, εξαιρετικό πότο είναι, αλλά καμιά περιέργεια να δοκιμάσεις άλλες πενηνταριά γεύσεις; Έτσι για την ιδέα κι ας τα φτύσεις στη δεύτερη γουλιά. Οι προεκτάσεις που λαμβάνει το αίσθημα του αγνώστου κι οι μεταφράσεις που δίνει ο ίδιος μας ο εγκέφαλος, είναι πραγματικά εντυπωσιακές. Από το πιο μικρό, στο σημαντικότερο δίλημμα, ή πρόβλημα, προς επίλυση, η σιγουριά κερδίζει πάντα περισσότερο έδαφος. Ο φόβος ενδεχόμενης αποτυχίας σε συνδυασμό με τη δοκιμασμένη λύση, ίσως γεννούν μια εικόνα στασιμότητας, από την οποία δε φαίνεται να κερδίζουμε και πολλά.

Αναμφίβολα, έχει και τα καλά του να ξέρεις πού βαδίζεις, αλλά όχι και με ακρίβεια χιλιοστού. Και πόσα μπορεί να χάσει κανείς απορρίπτοντας το άγνωστο, απλώς γιατί οι σταθερές του έδειχναν άλλο δρόμο; Καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με προκλήσεις και δεν είμαστε ανοιχτοί ούτε καν σε δοκιμή, ακόμα κι αν η κατάσταση που ήδη βρισκόμαστε δε μας καλύπτει πλήρως. Λάθος ή σωστό, ο καθένας βαφτίζει αυτή τη στάση με όνομα διαφορετικό, ανάλογα με τις συνθήκες. Συνήθεια, βόλεμα, ανησυχία, δεν έχει και μεγάλη σημασία. Θα έπρεπε να βλέπουμε αυτή τη στάση λίγο πιο ρεαλιστικά, σε σχέση με το τι μας γεννά τόσο μεγάλη ανάγκη για το σίγουρο, το δοκιμασμένο. Έχω το ποτό μου, το άρωμά μου, το χρώμα μου και τις γεύσεις μου. Κι αυτά είναι, άλλα δεν πρόκειται να βάλω στη λίστα.

Έρευνες ψυχολογίας έχουν υποστηρίζει πως εφόσον επιθυμήσουμε ν’ αλλάξουμε μια συνήθεια, θα πρέπει να επιστρατεύσουμε τη διασκέδαση και την έκπληξη. Με άλλα λόγια, να κουνηθούμε από τη θέση που χαριτωμένα έχουμε σφηνώσει. Η δύναμη της συνήθειας είναι αυτή που παρακάμπτει την εκ νέου λήψη αποφάσεων, αφού ο εγκέφαλος μαθαίνει να λειτουργεί και να δίνει εντολές μηχανικά. Γι’ αυτό κι η δοκιμή ίσως είναι καμιά φορά κουραστική, αφού απαιτείται η διέγερση της προσοχής μας, των αισθήσεών μας και του ενστίκτου. Μπελάς το καινούργιο, ε;

Αν μπορούσαμε αυτού του είδους το mentallity να το αναπαραστήσουμε εικονικά, ίσως να φέρναμε στο μυαλό μας γρανάζι που αρνείται να γυρίσει. Μια θέση, μια κατάσταση, όχι όμως αποτελεσματική. Αν δε δοκιμάσεις δεν πρόκειται να μάθεις κι αν δεν ξενερώσεις δεν πρόκειται να εκτιμήσεις. Θα ήξερε ο Μεντελέγιεφ πόσο γαμάτη είναι η βότκα, αν δεν άρχιζε τα πειράματα με την πατάτα; Όχι. Γι’ αυτό σου λέω, καλή είναι κι η safe επιλογή του καταλόγου, αλλά αν οι υπόλοιπες σ’ αφήσουν άφωνο από ευχαρίστηση; Και στο μπαρ και στη ζωή, ίδια θα ‘ναι η απάντηση. Τα λέμε στις επόμενες δοκιμές. Chears.

Συντάκτης: Αλίκη Μουσμούλα
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου