Όπου κι αν πήγα τη ζεστασιά σου δε βρήκα, Ελλάδα μου. Βρήκα αγαθά, βρήκα ομορφιές και βρήκα ευκαιρίες. Οι πόρτες δεν ήταν κλειστές, μα είχαν πολλά συστήματα ασφαλείας. Τον κωδικό τον έβρισκα, βέβαια! Είχα αρκετή προσπάθεια και θέληση. Παραδέχομαι πως κάθε φορά που μια πόρτα άνοιγε, κοίταζα με μια αφελή προσδοκία μικρού παιδιού, μπας κι ακούσω τη φράση: «Παιδάκι μου, πέρνα μέσα να σε φιλέψω κάτι. Πέρνα!» Η πραγματικότητα ήταν πως η αύρα σου ήταν για τα καλά εγκλωβισμένη μέσα στα σύνορά σου.

Η ζεστασιά, η γενναιοδωρία κι η φιλοξενία συγκινούν την καρδιά μας μ’ ένα λεπτό και μοναδικά διακριτικό τρόπο. Κατά μία έννοια, μέσα από αυτές τις αξίες, θυμόμαστε το δούναι πριν το λαβείν και την ανθρωπιά που πηγάζει φυσικά από μέσα μας. Ίσως να μας έρχονται στο μυαλό οι πρωτύτερες γενιές, εδώ όμως, το παράδειγμά τους, δεν αποτελεί αυτή τη φορά παράδειγμα προς αποφυγή. Εκείνοι είχαν ένα μαγικό τρόπο να προσφέρουν, πριν καν περάσουν οι φίλοι μας απ’ το χολ στο καθιστικό. Ακόμη κι όταν πάμε σ’ ένα ταβερνάκι και μας τυχαίνει ένας σερβιτόρος άνω των πενήντα, το κέρασμα έχει άλλη γλύκα. Η προσφορά κι η εξυπηρέτηση θυμίζουν σπιτικό.

Όταν οι γειτονιές μύριζαν φουρνιστό ψωμί κι οι κλειδαριές ήταν διακοσμητικές, υπήρχε η μοιρασιά δίχως μέτρο. Το αρνάκι που έσπαγε τη μύτη των περαστικών, πάντα ήταν διαθέσιμο για σερβίρισμα σε περισσότερα πιάτα απ’ όσα αρχικά είχαν υπολογιστεί. Τα λεμόνια που ξεχάστηκαν ν’ αγοραστούν, ξαφνικά πολλαπλασιάζονταν στο καφάσι της κουζίνας μας, γιατί ο Κυρ Γιάννης, από απέναντι, μας άφησε κάμποσες σακούλες στην εξώπορτα, μιας που γέννησαν οι λεμονιές του. Για να μην τα δεχτούμε, ούτε λόγος, φυσικά.

Ο ελληνικός καφές, με μεράκι τοποθετούνταν πάνω στον αγαπημένο δίσκο της νοικοκυράς και, με τη σαγηνευτική μυρωδιά του, καταπάνω μας ερχόταν, παρέα με μερικά κουλουράκια βανίλιας. Η φιλοξενία, γλυκιά μου Ελλάδα, γεννήθηκε στις γειτονιές σου, μέσα απ’ την απλότητα της χαράς που υπόσχεται η πηγαία προσφορά.

Ερχόμενοι στην επικαιρότητα τώρα, λέμε ένα ηχηρό «όχι» στον αφανισμό της φιλοξενίας. Όχι, δε χάθηκε. Αν μας ρωτήσουν τι χρώμα έχει η φιλοξενία θα απαντήσουμε στιγμιαία γαλάζιο και λευκό. Εντάξει, γειτονιές με παραθυρόφυλλα ανοιχτά μπορεί να μην υπάρχουν, αλλά ανοιχτές καρδιές, έτοιμες να δώσουν, υπάρχουν ακόμα πολλές. Μπορεί να έχει αλλάξει λίγο ο τρόπος, μα αδιαμφισβήτητα ξέρουμε να ζεσταίνουμε την ψυχή των περαστικών απ’ την οικία μας. Ο τουρισμός μας συνεχίζει να κερδίζει έδαφος, με κρυφό χαρτί αυτό που τόσο αβίαστα εκφράζουμε. Κέφι και διάθεση να πιούμε ένα χειροποίητο ζεστό ρακόμελο μ’ έναν άγνωστο περαστικό, λέγοντάς του συνοπτικά την ιστορία της ζωής μας, εκμαιεύοντας παράλληλα τα μυστικά του.

Παραδεχόμαστε πως κάθε φορά που μια πόρτα άνοιγε, κοιτάζαμε με μια αφελή προσδοκία μικρού παιδιού, μπας και ακούσουμε τη φράση: «Παιδάκι μου, πέρνα μέσα να σε φιλέψω κάτι. Πέρνα!» Αίμα, γονίδια, κληρονομικότητα, όπως θέλεις πες το. Ταξιδέψαμε και γνωρίσαμε πολιτισμούς. Αφεθήκαμε στις ομορφιές άλλων ασύγκριτων στοιχείων τους. Μαγευτήκαμε από χαρακτηριστικά στο δικό τους DNA, που η Ελλάδα ακόμη μάταια κυνηγά.

Για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να ζήσουν έξω απ’ την Ελλάδα, για όσους εστιάζουν σε αυτά που λείπουν απ’ την Ελλάδα, για όσους έχουν ως δεδομένο το καλωσόρισμα της Ελλάδας, η υπενθύμιση είναι μία:

Το σπίτι που λέγεται «Ελλάδα» έχει αληθινούς οικοδεσπότες…

Συντάκτης: Πάολα Ανδριωτάκη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη