Η Όλγα μοιράζεται το βίωμά της μεγαλώνοντας σε ένα αυστηρό περιβάλλον με γονείς Έλληνες από την Βόρεια Ήπειρο, οι οποίοι, παρά την προσφορά τους, μετέφεραν στα παιδιά τους το βάρος της δικής τους δύσκολης επιβίωσης.

Η πίεση για αριστεία από τη μητέρα της και ο αυταρχισμός του πατέρα της που συνοδευόταν από ξεσπάσματα θυμού και την απόκρυψη ενός ετεροθαλούς αδελφού δημιούργησαν ένα κλίμα όπου η συναισθηματική έκφραση θεωρούνταν αδυναμία. Αυτή η καταπίεση σωματοποιήθηκε ήδη από τα 16 της χρόνια με έντονη τριχόπτωση λόγω άγχους και μια χρόνια αϋπνία που διήρκεσε δέκα χρόνια, ενώ την οδήγησε και σε τοξικές ερωτικές σχέσεις όπου ένιωθε την ανάγκη να «παλεύει» διαρκώς για να κερδίσει την αποδοχή.

Η ουσιαστική αλλαγή ξεκίνησε όταν η Όλγα αποφάσισε να σπάσει τα οικογενειακά ταμπού γύρω από την ψυχοθεραπεία και την ψυχιατρική αγωγή, κατανοώντας ότι το σώμα της δεν άντεχε άλλη ταλαιπωρία.

Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία, κατάφερε να μετακομίσει από το σπίτι, να θέσει όρια και να αποδεχτεί τους γονείς της ως τραυματισμένους ανθρώπους, απαλλαγμένη πλέον από τις ενοχές του να είναι «αχάριστη».

Σήμερα, έχοντας αφήσει πίσω τη σκοτεινή περίοδο της κοινωνικής απομόνωσης και του φόβου, διεκδικεί τη χαρά και την ευχαρίστηση μέσα από ταξίδια και χόμπι που στερήθηκε στην εφηβεία της.

Το ταξίδι της αποτελεί μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η ίαση ξεκινά όταν επιλέγουμε να ακούσουμε το σώμα μας και να φροντίσουμε την ψυχή μας, πέρα από τις προσδοκίες των άλλων.

Συντάκτης: Πρόδρομος Ταράσης