Υπάρχουν άνθρωποι
που μιλούν μια γλώσσα
την οποία δε μίλησε ποτέ κανείς.

Λένε «πονάω»
και οι άλλοι ακούν θόρυβο.
Λένε «φοβάμαι»
κι όλοι θαυμάζουν
πόσο ήσυχοι φαίνονται.

Έμαθαν να χαμογελούν
τη σωστή στιγμή,
να κουνούν το κεφάλι,
να απαντούν «καλά»
χωρίς να τρέμει η λέξη.

Μέσα τους, όμως,
κάτι ξενυχτάει.

Ένα ζώο δίχως όνομα
γδέρνει τους τοίχους.
Ένα παιδί στέκεται ακόμη
πίσω από μια κλειστή πόρτα
και περιμένει κάποιον
που δε θυμάται πια
ότι υποσχέθηκε να έρθει.

Οι άνθρωποι αυτοί
δεν είναι μόνοι
επειδή δεν έχουν κανέναν.

Είναι μόνοι
επειδή κάθε φορά που ανοίγουν το στόμα τους
πρέπει πρώτα να μεταφράσουν
μια ολόκληρη καταστροφή
σε κάτι που να μην τρομάζει τους άλλους.

Έτσι, κόβουν το σκοτάδι τους
σε μικρές, ευγενικές προτάσεις.

«Κουράστηκα λίγο».
«Δεν κοιμήθηκα καλά».
«Θα μου περάσει».

Και κανείς δεν καταλαβαίνει
ότι εκείνο το «λίγο»
είναι ένας τόπος
όπου δε βγήκε ποτέ ο ήλιος.