Σκοτάδι.

Ίσα που αχνοφαίνεται η φλόγα του κεριού στο δωμάτιο.

Σαν την ψυχή μου που βουλιάζει μέσα του όλο και περισσότερο.

Και το μαύρο δε μου κάνει, γιατί δε θυμίζει καμία μου χαρά.

Σκοτάδι.

Γιατί στης θλίψης το μονοπάτι βαδίζω, αφού είσαι μακριά.

Κοιτάω γύρω μου και μέσα μου και βλέπω πόνο, έναν πόνο που δε σταματά.

Για χρόνια ολόκληρα τον ανέχομαι κι εκείνος απρόσκλητος όλο με γυρεύει.

Σκοτάδι.

Γιατί των ματιών σου η σπίθα με καίει, γιατί σ’ ένα σου βλέμμα στάθηκα και μέσα μου ξέρω,

πως όλα όσα δε βλέπεις, όλα όσα απαρνείται η λογική σου, τα βλέπει η αλήθεια σου που βρίσκεται στην καρδιά.

Κι αν η ψυχή τον άλλον δε λαχταρά, λαγνεία και πάθος, από μόνα τους, είναι λάθος.

Σκοτάδι.

Αναβλύζουν τα δάκρυα και κρύβονται από τα μάτια του κόσμου.

Μόνο εμένα πνίγουν χωρίς να βγάζουν τσιμουδιά.

Σου φωνάζω μα δεν ακούς, να με σώσεις από του πόνου το ναυάγιο.

Σκοτάδι.

Το σ’ αγαπω μου, βουβό παραπονιέται χωρίς αξία, στην απουσία της αγάπης σου.

Κι η ανάγκη μου, την ανάγκη σου γυρεύει, να το δεχτεί που δε με χρειάζεσαι.

Με σακατεύει, πώς ξέχασες; Και πώς δεν είδες;

Σκοτάδι.

Κι η ψυχή μου ουρλιάζει από αφόρητο πόνο, ουρλιάζει από απόγνωση.

Ζω σαν σε κακό όνειρο, από εκείνα που τα χέρια μου θα μείνουν άδεια, που τα χείλη μου θα παραμείνουν ξερά.

Που της αφής σου το χάδι δε θα χορτάσω, που το σώμα μου θα σαπίζει στη μοναξιά.

Σκοτάδι.

Κι ένας λυγμός στέκεται ξάγρυπνος στον λαιμό μου, ένας καημός που κουβαλάω ξανά.

Ένας θυμός για της ζωής το ανάθεμα, που δεν κατάφερα μια αγκαλιά να σε πάρω.

Που σαν ζητιάνος σε ζητούσα, που σαν κουρέλι, της μέρας, απλώς περνούσα τις στιγμές.

Σκοτάδι.

Και δεν είμαι πια τόσο νέα, μα μια ώριμη γυναίκα κι αφελής.

Που πίστεψα πως θα μπορούσα, πως με ήθελες, με γύρευες, πως το ψέμα δε θα με προκαλεί.

Μόνη τον εαυτό μου κορόιδεψα, με ευθύνη μου φαντάστηκα πως η αίσθηση ήταν αληθινή.

Σκοτάδι.

Και με το ένστικτο μου μάλωσα, που έξω όλο πέφτει και με εκθέτει, που στα μάτια σου έπεσα πάλι χαμηλά.

Που στης ευτυχίας την πληρότητα μόνο πρόσμενα, να μοιραστούμε δια του δύο, μιας αγάπης αποκλειστική χαρά.

Μόνο η ανταπόκριση σου θα με έσωζε, μόνο το σ’αγαπω σου καλά μπορούσε να με κάνει.

Σκοτάδι.

Κι η ντροπή με έγδυσε, γέλασε μαζί μου και με κοροϊδία με κοιτά.

Κι ας ήταν του στήθους μου ακόμα το μητρικό το γάλα, εκείνο που έσταξε.

Κι ας χτύπησε την πόρτα μου, το όνειρο της μητρότητας, που μ’ εσένα ήθελε να μοιραστεί ετούτο το ταξίδι.

Σκοτάδι.

Και ξέρω της αγνής μου της βρεφικής αγάπης, που τόσο αθώα και με γλύκα σε κοιτά.

Άλλοτε με μίσος σου φωνάζει, σαν το παιδί που σε πιάνει απ’το γιακά.

Για προσοχή κι αγάπη στέκεται ορφανό, σαν μια γυναίκα, που γι΄αλλη μια φορά πενθεί.

Σκοτάδι.

Και πουθενά δε θα σε βρίσκω, που σου κρύβομαι που σου ανοίγομαι μόνο βουβά.

Σαν ουρλιαχτό θέλει η ψυχή μου να κολυμπήσει στις σιωπές, σαν ένας μικρός θάνατος που τα όνειρα μου σβήνει.

Και ποια ζωή να ζήσω; Ποιος είναι ικανός, ποιος είναι εκείνος, που δε θα σε συγκρίνω;

Σκοτάδι.

Και πενθώ, για σένα και για μένα, που άτυχοι ήμασταν, που γνωριστήκαμε, που μοιραστήκαμε τον πόνο και τη συμφορά.

Που δεν ήθελε της μοίρας η παρτίδα να μας φέρει στα χέρια, της κοινής προσδοκίας, των αμοιβαίων συναισθημάτων τα κλειδιά.

Μόνο την ανάσα μου ακούω, που ακόμα κι αυτή λιγόψυχα, που δεν έχω σε ποιον να του μιλήσω.

Που με πονά κατάστηθα η ατυχία, το τείχος κι η απόστασή σου,

που έξω από των θαυμάτων σου τον κόσμο βρίσκομαι και του έρωτά σου, εκείνου που ζητούσα,

που ούτε μια φορά, δε γεννήθηκε για μένα.

 

Συντάκτης: Δήμητρα Χατζηβασιλείου