Οι κατάδικοι χτυπούν τα σίδερα της φυλακής.

Τους ακούω στην απομόνωση.

Σ’ ένα κελί χωρίς φως.

Ακούω τα ουρλιαχτά αυτών που τα έχασαν όλα.

Αυτών που έχασαν τον εαυτό τους.

Χωρίς ώρα, χωρίς μέρα.

Χωρίς αυγή και δύση.

Χαμένοι ουρλιάζουν σε μια εν ζωή κόλαση.

Χωρίς να καίγονται, ουρλιάζουν,

χαμένοι στην αβυσσαλέα άβυσσο.

Καταδικασμένοι απ’ τους ανθρώπους του κύκλου, της επανάληψης.

Καταδικασμένοι απ’ τους ανθρώπους του πρέπει, του σωστού.

 

Σεσημασμένες στιγμές,

καμουφλαρισμένες με κοστούμια και τρόπους.

Σεσημασμένες στιγμές λύνουν τις γραβάτες, ανοίγουν τα κελιά και τους χτυπούν.

Αίμα λερώνει τα άσπρα πουκάμισά τους

 όσο εκστασιασμένοι συνεχίζουν

Εκεί που κανείς δε βλέπει τον ανελέητο μακάβριο χορό τους.

 

Σύντομα, όμως.

Σύντομα οι αλυσίδες θα λυγίσουν

Σύντομα οι πόρτες θ’ ανοίξουν

Σύντομα στα κελιά της απομόνωσης θα σπάσουν οι τοίχοι

Και το φως του φεγγαριού θα είναι τόσο δυνατό που θα τυφλώσει τη ματαιότητα.

Εκείνοι, θα υποχωρήσουν δειλά.

Εμείς, όλοι μαζί, θα στέκουμε μπροστά τους

και θ’ απαγγέλουμε ποιήματα.

Τόσο δυνατά που θα κλείνουν τα αυτιά τους

ουρλιάζοντας.