Σκόρπιες λέξεις που μάταια προσπαθείς να τις βάλεις σε μια σειρά προκειμένου να μπορέσεις να καταγράψεις όλα αυτά που στροβιλίζονται μέσα σου και δεν κατευνάζονται με τίποτα. Παραμένουν εκεί στα αχαρτογράφητά σου, χαμένα στα σοκάκια του λεηλατημένου μυαλού σου, λησμονημένα, μα πάντα έτοιμα να ικετέψουν για μια ευκαιρία να εξερευνηθούν. Κι ύστερα, έρχονται και προστίθενται κι όλα εκείνα τα συναισθήματα, τα ακαθόριστα τα μπερδεμένα, τα ασαφή και κουβαριασμένα. Όλα εκείνα, που αντί να σε βοηθήσουν να ξεκαθαρίσεις τι συμβαίνει μέσα σου, τι αισθάνεσαι, τι νιώθεις και τι θέλεις, απλώς σε βαραίνουν περισσότερο. Και δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις και πώς να ξεφορτωθείς κομμάτια από τη στοιβαγμένη έρμα που σκουριάζει μέσα σου. Και ξέρεις ότι αυτή η τελευταία, είναι εκείνη που σου κρατά τα πόδια καρφωμένα στη γη, μην αφήνοντάς τα να κάνουν ούτε ένα βήμα μπροστά.

Πραγματικά δεν μπορείς να σκεφτείς τελικά τι είναι αυτό που αγαπάς περισσότερο πάνω στον άνθρωπό σου. Είναι μήπως όλα εκείνα που η ματιά του μπορεί να σου σκιαγραφήσει κρυφά, μυστικά και σιωπηλά, χωρίς τη συνδρομή των ειπωμένων λέξεων, χωρίς όλες εκείνες τις κοινότυπες φλυαρίες; Και τι είναι αυτό τελικά που σου λείπει περισσότερο από την παρουσία του όταν δεν είναι κοντά σου; Η απαλή χροιά της φωνής του καθώς ψελλίζει τις ιταμές λέξεις του ή καθώς τις δαγκώνει ψιθυριστά μέσα στ΄ αφτιά σου; Όλες εκείνες οι ίσως υπερβολικές, μα απλά υποσχόμενες γυμνά, ατόφια συναισθήματα;

Μήπως είναι εκείνες οι ανάγλυφες, έντονες φλέβες που διασχίζουν τα χέρια του καθώς ανοίγει την τεράστια αγκαλιά για να χαθείς μέσα της; Που πάντα τις αισθάνεσαι να χτυπούν δαιμονισμένα καθώς τις διατρέχεις με την αφή σου. Ή εκείνο το διάφανο πρόσωπο που όταν το κοιτάς στα μάτια ταξιδεύεις; Να νιώθεις ότι παρασύρεσαι σ’ εκείνους τους ατέλειωτους πηγαιμούς, τους χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Εκείνους που κατά καιρούς σε μετακινούν από προορισμό σε προορισμό, σαν έναν παράτολμο, τυχοδιώκτη νομάδα. Γιατί τελικά, αυτό που επιθυμείς κι εσύ, είναι να χαθείς πάνω σε απάτητες διαδρομές. Αποκομίζοντας μερικές από τις μοναδικές στιγμές της ζωής σου που θα χαραχτούν μέσα σου ανεξάλειπτα, με κόκκινα μελάνια.

Θέλεις να μείνεις εκεί δίπλα σ΄ αυτό το πρόσωπο που λατρεύεις και να το αγγίξεις με τις άκρες των δαχτύλων σου. Να σύρεις τ΄ ακροδάχτυλά σου πάνω στα κλειστά του μάτια, νιώθοντάς τα να φλέγονται καθώς αγγίζουν το διάφανο δέρμα που αγαπάς. Ν’ αφουγκράζεσαι τις ρυθμικές πνοές του, καθώς το οξυγόνο γεμίζει ορμητικά τα σωθικά του σε κάθε του βαθιά εισπνοή. Γνωρίζοντας ότι η εκπνοή του, σου ανήκει αποκλειστικά.

Μα τελικά, αυτό που σε μαγεύει, αυτό που σε προκαλεί περισσότερο απ’ όλα, αυτό που σκέφτεσαι κάθε παγωμένη στιγμή, κάθε ράθυμο λεπτό, είναι μόνο το πρόσωπο εκείνου που αγαπάς. Ο τρόπος που σε κοιτά, η βαθιά έμπνευση που σε πλημμυρίζει όταν βυθίζεσαι στη ματιά του, η χημεία που πλανιέται και διαχέεται στο κενό δωμάτιο όταν επικοινωνείς μαζί του. Κι είναι τις περισσότερες φορές που δε χρειάζεται να πεις σχεδόν τίποτα. Γιατί ξέρεις ότι, ό,τι κι αν πεις, δεν έχει νόημα αφού δεν μπορεί να περιγράψει με τίποτα αυτό που και οι δυο νιώθετε. Θ΄ αφήσεις μόνο τα βλέμματα να συνομιλήσουν μεταξύ τους, ν΄ ανταλλάξουν ό,τι  βαθύτερο υπάρχει στη σκέψη σας. Κι εκείνα με τη σειρά τους θα επιτρέψουν να δραπετεύσουν ελεύθερα, όλα τα μπερδεμένα συναισθήματα που βρίσκονται εγκλωβισμένα μέσα σας. Με σκοπό να εξαγνιστούν και να πάρουν σάρκα κι οστά μέσα από τα χέρια σας.

Το πρόσωπο, το κάτοπτρο της ψυχής λοιπόν. Μέσα από το οποίο τα συναισθήματα καθρεφτίζονται στα μάτια των ανθρώπων που αγαπάμε. Ό, τι πιο δυνατό, ό,τι πιο καθαρό, ό,τι πιο αληθινό, προβάλλεται μπροστά μας. Να βλέπεις τα μάτια του άλλου και να συνειδητοποιείς ότι όλος ο κόσμος σου ανήκει. Ότι τα πάντα μπορείς να τα κερδίσεις χωρίς την παραμικρή ανασφάλεια, χωρίς τον οποιοδήποτε ενδοιασμό. Να σκαρφαλώνει το βλέμμα του ανθρώπου σου πάνω σου και να αγκυροβολεί στο πρόσωπό σου. Αναζητώντας από σένα, μόνο αδιόρατα δείγματα επιβεβαίωσης των συναισθημάτων σου. Ότι κι εσύ δηλαδή, νιώθεις το ίδιο. Προκειμένου το αρχέγονο παιχνίδι της αμοιβαίας εξαπάτησης να ξεκινήσει και πάλι. Σε μια προσπάθεια ν’ αγγίξουμε την υπέρβαση του ονείρου για άλλη μια φορά. Κι αν είναι η τελευταία ή ένα αντίγραφο μιας προηγούμενης, ποιος νοιάζεται; Φτάνει που επιλέγουμε να το ζήσουμε.

 

Συντάκτης: Όλγα Αρβανιτά
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου