Επιλέγεις για μόνο σου σύντροφο τη λογική. Είναι εκείνη, που θα σε προστατεύσει από κάθε λογής πτώσεις στα κενά του έρωτα. Θα περιφρουρήσει με σταθερά συρματοπλέγματα το συναισθηματικό σου κόσμο, προκειμένου να μην πιαστείς στο ανεξέλεγκτο της στιγμής και της χωρίς όρια παράδοσής σου στους ανθρώπους που ποθείς. Και ξέρεις πολύ καλά, ότι δε θ’ αφήσει να ξεφύγουν όλα εκείνα τα συναισθήματα που θα σε κάνουν να φανείς τρωτός στα μάτια των άλλων. Εκείνων των αγνώστων. Που όσο κι αν προσπάθησες, παρέμειναν ξένοι για σένα. Και δε θα επιτρέψεις να τους αφήσεις να δουν τι κρύβεις μέσα σου. Γιατί γνωρίζεις πολύ καλά, ότι κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει όλα εκείνα τα ξεχωριστά, που μπορεί να σέρνονται κάπου εκεί με ασύλληπτες ταχύτητες. Όλα εκείνα, που κι όταν με μικρές προσπάθειες αποπειράθηκες να τα φωτίσεις λίγο περισσότερο προκειμένου να τα δουν, κατάλαβες ότι είναι καλύτερα για όλους να μείνουν κρυμμένα βαθιά μέσα σου.

Ίσως και το να μην αφεθείς ολοκληρωτικά, να το ποθούσες τελικά. Δεν επέτρεψες στον εαυτό σου ν’ αφήσει ανοικτό κανένα από τα μικρά παράθυρα από τα οποία θα μπορούσαν να ξεφύγουν τα βράδια οι σκέψεις, τα συναισθήματα, μα και τα όνειρα που ξεπηδούσαν μέσα από τις οριοθετημένες προσδοκίες σου. Γιατί γνώριζες βαθιά μέσα σου, ότι απ’ όλα εκείνα τα όμορφα που ονειρευόσουν, τίποτα δε θα γινόταν πραγματικότητα. Βλέπεις ήταν όλα τόσο ενάντια στην έντεχνα περιφραγμένη λογική σου.

Καμιά φορά όμως, έκανες μια παύση κι άφηνες τον εαυτό σου να κυλήσει πάνω σε όνειρα. Να τα νιώσει παντού πάνω του, να γίνουν για λίγο σχεδόν κομμάτι δικό του. Ήξερες ότι αυτή σου η παρόρμηση σκιρτούσε με οργή μέσα σου και επιτακτικά ζητούσε να της αφεθείς. Ν΄ αφεθείς να πιστέψεις, κάνοντας συντροφιά σ’ εκείνο το παραμελημένο παιδί που ένιωθε μόνο του μέσα σου και κρατούσε φυλαγμένα εκεί μαζί του τα όνειρα που εσύ άφηνες. Και μια σου αδιόρατη κίνηση, θα έφτανε για να του ανοίξει την πόρτα και να το αφήσει να πάρει όσα κράταγε για να ξανακάνει εμφάνιση. Να δεις κι εσύ όλα εκείνα που νόμιζες αφημένα να παίρνουν πάλι μορφή στον ασπρόμαυρο καμβά της ζωής σου. Γεμίζοντάς τον, με χρώματα.

Ίσως  για να νιώσεις μια από εκείνες τις αυταπάτες, του πώς είναι να είσαι πραγματικά ζωντανός. Να στροβιλιστείς λίγο στους ξέφρενους ρυθμούς της ζωής αφήνοντας εκείνη στο τιμόνι κι επιτρέποντάς της να διανύσει μερικά χιλιόμετρα πάνω στη φθαρμένη άσφαλτο της ιστορίας σου· πάντα με εξωφρενική ταχύτητα. Ίσα για να κλείσεις έστω για μια στιγμή τα μάτια και να νιώσεις τις έντονες ριπές του ανέμου. Να αισθανθείς, έστω και για μερικά αχνά, εύθραυστα δευτερόλεπτα, ότι είσαι άτρωτος κι ανίκητος. Από οποιαδήποτε μορφή φθοράς. Ότι μπορείς να σταματήσεις το χρόνο με ένα απλό κλείσιμο των ματιών σου. Και μέσα από αυτό, να ονειρευτείς ξανά και ξανά. Αφήνοντας όλα αυτά, που θεριεύουν στα πιο σκοτεινά δωμάτια της ψυχής σου, να πάρουν τη μορφή ουτοπίας και συνειδητά να τα χαρακτηρίσεις ως αβάσιμα, ανυπόστατα, πλασματικά και τρελά. Έστω για λίγο, τόσο ώστε να δώσεις στην ψυχή σου τη δυνατότητα να παραμείνει νέα, μέσα από σιγανές στιγμές ανάνηψης. Όσο δηλαδή το έχεις απόλυτα ανάγκη.

Τι κι αν εκείνη, η στυγνή και κυρίαρχη λογική, σου κραυγάζει να μην τα ακούς και να μην τους δίνεις σημασία; Ξέρεις στο τέλος θα επιστρέψει, να συλλέξει τα σκόρπια κομμάτια σου και να σε ανασυνθέσει πάλι από την αρχή. Με σκοπό να σε μεταμορφώσει για άλλη μια φορά, σ΄ ένα συνετό κι απαλλαγμένο πλέον από παθιασμένα συναισθήματα, άνθρωπο. Μεταγγίζοντας μέσα στις φλέβες σου ξανά τη συγκαταβατική υποταγή σου στον ρεαλισμό. Για να μπορέσεις να συνεχίσεις απερίσπαστα να κυνηγάς τους ορθολογικούς στόχους σου. Γιατί έτσι σ’ έμαθαν ότι πρέπει να πορεύεσαι. Αγνοώντας τα συναισθήματά σου κι ακολουθώντας αποκλειστικά την ψυχρή λογική σου.

Κι εσύ θ΄ αφεθείς άραγε; Θα ονειρευτείς όσα δεν τολμάς ούτε να ψελλίσεις στους ανθρώπους δίπλα σου; Τόσο, ίσα για να νιώσεις ότι η ψυχή σου γυρνά το χρόνο πίσω, σ’ εκείνη την εποχή που ήσουν μικρό παιδί και σκαρφάλωνες πάνω στα κλαδιά των δέντρων, τρώγοντας από τους καρπούς και μένοντας κρυμμένος από όποιον σε ζήταγε. Κάνοντας όνειρα που σε άλλους έμοιαζαν τρελά, σε εσένα όμως απλά ασυμβίβαστα. Ήταν τότε, που η παιδική σου αθωότητα σ’ έκανε να χαμογελάς. Γιατί το μόνο που ήξερες, ήταν ότι όλη η ζωή απλωνόταν μπροστά σου. Κι ήταν δική σου και μόνο δική σου. Και δε σε φόβιζε τίποτα.

 

Συντάκτης: Όλγα Αρβανιτά
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη