Αυτό που επιδιώκουμε ενσυνείδητα κι επιθυμούμε στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας και στις σχέσεις μας, είναι η αγάπη. Θέλουμε να μας αγαπούν. Θέλουμε ν΄ αγαπάμε. Ακόμη κι όταν αισθανόμαστε μοναξιά ή νιώθουμε ότι μας αδικούν ή δε μας καταλαβαίνουν, η όποια αντίδρασή μας έχει ένα και μόνο κίνητρο, την αγάπη. Ο τρόπος με τον οποίο είτε συμπεριφερόμαστε είτε εκφραζόμαστε συναισθηματικά, αποζητά την αγάπη του άλλου.

Πώς θα θέλατε να σας αγαπάνε; Μια περίεργη, μάλλον, ερώτηση που, ίσως, να μην επιδέχεται μια σαφή απάντηση. Ακόμα, όμως, κι αν γνωρίζετε ακριβώς τι ν΄ απαντήσετε, θα ΄ναι σαν να δίνετε στο άλλο πρόσωπο μαζί μ΄εσάς κι ένα κατάλογο με οδηγίες κι υποχρεώσεις απέναντί σας. Αν το σκεφτείτε καλύτερα, κάπως έτσι δεν ακούγεται;

Παρ’ όλ΄ αυτά όλοι, σχεδόν, έχουμε σκεφτεί ή ομολογήσει ότι θέλουμε κάποιος να μας αγαπήσει και να μας θέλει γι΄ αυτό ακριβώς που είμαστε. Ζητάμε την αγάπη του άλλου και θέλουμε κι εμείς να του την προσφέρουμε. Κι αν την προσφέρουμε, μήπως υπάρχουν κάποιες φορές, που ταυτόχρονα θέτουμε όρους και περιορισμούς;

Λέμε ότι αγαπάμε έναν άνθρωπο, όμως, είτε εμμέσως είτε  ξεκάθαρα, του ζητάμε, για παράδειγμα, να γίνει περισσότερο εκφραστικός κι εκδηλωτικός στα συναισθήματά του. Ή μπορεί να μας ενοχλεί που δεν είναι τόσο κοινωνικός, όσο εμείς επιθυμούμε. Παρ’ όλ΄ αυτά ισχυριζόμαστε ότι δεν αλλάζει κάτι. Αφού εμείς τον αγαπάμε, ακόμα κι αν αρκετά στοιχεία της προσωπικότητάς του μας δυσκολεύουν. Ή κάτι ανάλογο μπορεί να βιώνουμε οι ίδιοι απ΄ τον άλλο μέσα στη σχέση μας.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι ασυνείδητα τα προσωπικά στοιχεία του άλλου που ενδόμυχα ενοχλούν, προβάλλονται πολύ συχνά μέσα στη σχέση. Κι αυτό δημιουργεί δυσάρεστες συνέπειες και για τις δυο πλευρές, που μπορεί να νιώθουν ότι αγαπιούνται, όμως παράλληλα αντιλαμβάνονται ότι ο ένας δεν αποδέχεται τον άλλο έτσι όπως είναι, ζητώντας του συνεχώς να γίνει κάτι διαφορετικό.

Έτσι είναι η αγάπη, που μας προσφέρει τη μεγαλύτερη, ίσως, ευτυχία; Η αγάπη δεν είναι μια σύμβαση. Δε διαμορφώνεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δε λειτουργεί με βασικούς όρους, που αν αυτοί δεν πληρούνται, τότε δεν υφίσταται και τελικά λύεται. Ασφαλώς οι άνθρωποι δεν «αξίζουν» να αγαπηθούν, επειδή μόνο και μόνο πληρούν κάποια συγκεκριμένα για τον καθένα από εμάς κριτήρια.

Είναι σαν να κυνηγάμε να ζήσουμε μια αγάπη άνευ όρων, γεμάτη όρους. Ίσως επειδή τείνουμε να πιστεύουμε ότι έχοντας σχέση με τον άλλον, ταυτόχρονα αποκτάμε πάνω του και δικαιώματα. Επιδιώκουμε πολλές φορές και ασυνείδητα, να τον αλλάξουμε, επεμβαίνοντας στον τρόπο που ζει, σκέφτεται, συμπεριφέρεται, μιλάει και νιώθει. Δημιουργώντας παρεμβολές ακόμη και στα όνειρά του. Αντίθετα αγαπάμε και μας αγαπούν ακόμη κι αν αυτοί είναι κι εμείς είμαστε στα χειρότερά μας. Όταν γκρινιάζουμε, κλαίμε, φωνάζουμε, τσακωνόμαστε αλλά δεν φεύγουμε, ούτε απομακρυνόμαστε. Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εκεί. Ο ένας δίπλα στον άλλον.

Αγαπάμε και μας αγαπούν, όταν δεν τρομάζει κανέναν απ΄ τους δυο μας η αλήθεια του άλλου. Ούτε ο θυμός, τα νεύρα, οι πληγές και τα σημάδια μας. Όταν πιασμένοι χέρι-χέρι μπλεκόμαστε στα σκοτάδια μας και μαζί ψάχνουμε το φως. Πιο απλά αγαπάμε και μας αγαπάνε όταν συμφωνούμε ότι διαφωνούμε.

Αγάπη είναι συντροφικότητα, δοτικότητα κι αποδοχή. Δεν μπορεί να εξαγοράζεται. Δεν καταπιέζεται κι ασφαλώς ούτε περιέχει ανταλλάγματα. Δεν αγαπάμε για να μας αγαπάνε. Και το βασικότερο η αγάπη δεν είναι λίστα απαρτιζόμενη από δυο στήλες, με προτερήματα κι ελαττώματα. Δεν μπορεί να τα διαχωρίσει. Δεν τα διακρίνει καν. Ακόμη όμως κι αν το κάνει, τα αποδέχεται εξίσου.

Όταν λέμε ο ένας στον άλλον σ΄ αγαπώ, δεν το λέμε απλά για να επισημάνουμε τη σχέση μας. Αγαπώ σημαίνει ότι σε δέχομαι και με δέχεσαι όπως κι αν είμαι και στα καλύτερα και στα χειρότερά μου. Εσύ δε με ρωτάς τι, πως και γιατί. Εγώ δε σου ζητάω τα ρέστα. Κι ίσως τελικά η μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή να είναι αυτή διαπίστωση, ότι μας αγαπούν γι’ αυτό που είμαστε, ή, μάλλον, παρά το γεγονός ότι είμαστε αυτό που είμαστε.

 

Συντάκτης: Ελίζα Κωνσταντινίδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου