Πίνοντας καφέ με τον φίλο μου τον Κωνσταντίνο ετέθη μια σοβαρή ερώτηση: «Γιατί οι άνθρωποι ακούν και βλέπουν μόνο αυτό που θέλουν;».

Δεν αναφερόμαστε βέβαια σε όλους τους ανθρώπους αλλά σε μια σημαντική μερίδα αυτών. Και, αν και ο Κωνσταντίνος αναφερόταν στην πολιτική, εμένα αυτή η ερώτηση με έβαλε στη διαδικασία να σκεφτώ, τι άλλο; Τις σχέσεις μας.

Και αν στην πολιτική ο κόσμος ακούει μόνο αυτό που θέλει να ακούσει ενάντια σε όλα τα δεδομένα που καταρρίπτουν πολλάκις αυτό που πιστεύει, να δείτε τι χαμός γίνεται στις σχέσεις.

Η μονόπλευρη επεξεργασία πληροφοριών είναι ένα κοινό και σύνηθες φαινόμενο. Το βλέπουμε να συμβαίνει όταν οι πληροφορίες που λαμβάνουμε δε συνάδουν μ’ αυτό που πιστεύουμε, μ’ αυτό που θέλουμε ή θέλουμε να είναι αληθινό ή πιστεύουμε ότι είναι αληθινό ή γενικώς μας ξεβολεύει.

Φαίνεται ότι, όταν προσπαθούμε να πάρουμε μια απόφαση, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αξιολογούμε τις αποδείξεις αντικειμενικά και έτσι σπάνια φτάνουμε σε αμερόληπτες αποφάσεις.

Πάρτε για παράδειγμα μια καινούργια σας γνωριμία. Έχετε ένα συγκεκριμένο «πιστεύω» γι’ αυτό το άτομο. Είτε είναι θετικό είτε είναι αρνητικό. Όποια πληροφορία και να λάβετε σχετικά με αυτό, να είστε σίγουροι ότι θα είστε πιο επιρρεπείς στο να κρατήσετε αυτό το κομμάτι που επιβεβαιώνει το πιστεύω σας και όχι αυτό που το αναιρεί. Με αυτό τον τρόπο αποφεύγετε τη γνωσιακή ασυνέπεια, τη συνειδητοποίηση δηλαδή ότι αυτό που πιστεύουμε και αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα δεν ταυτίζονται. Και εφόσον ως ανθρώπινα όντα έχουμε μια τεράστια ανάγκη αυτοδικαίωσης από τη μια αλλά και αποφυγής του χάους από την άλλη, πέφτουμε οι ίδιοι θύματα αυτού που λέμε το «σφάλμα της επιβεβαίωσης».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχω παρατηρήσει αρκετές φορές, όταν ακούω ανθρώπους να περιγράφουν τις σχέσεις τους και τι κάνει ο σύντροφος που είναι θετικό, να το συνδέουν με τι δεν έκανε ο προηγούμενος σύντροφος. Για παράδειγμα «αυτός τηλεφωνεί πιο συχνά» ή «αυτή είναι πιο δοτική από την προηγούμενη». Αυτές οι περιγραφές είναι εξαιρετικά χρήσιμα βαρόμετρα για το πως κάποιος αξιολογεί την συμβατότητα και την αξιοπιστία μιας σχέσης.

Και παρ’ ότι αυτού του είδους η αξιολόγηση είναι αρκετά καλή σε μια αμοιβαίας ποιότητος σχέση, όταν επικεντρωνόμαστε υπερβολικά σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά, μοιραία χάνουμε σημαντικές ενδείξεις για εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι και τα σημαντικότερα για να πετύχει μια σχέση, όπως είναι οι κοινές αξίες, τα κοινά θέλω, η συμπάθεια, η φιλία.

Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, μπορεί να επικεντρωθούμε τόσο πολύ σε όλα αυτά που κάνει ο σημερινός/η που δεν έκανε ο χθεσινός/η, που είτε αποτυγχάνουμε να αναγνωρίσουμε τα θετικά της παρούσας κατάστασης είτε τα αρνητικά.

Η ανάγκη μας να επιβεβαιώσουμε ότι με κάποιον τρόπο αυτό που πιστεύουμε είναι και αληθινό, δυστυχώς καπελώνει την πραγματικότητα. Έτσι καταλήγουμε να εξιδανικεύουμε ανθρώπους ή να τους καταδικάζουμε χωρίς να έχουμε μια πλήρη συναίσθηση του τι πραγματικά συμβαίνει.

Μια σχέση η οποία βασίζεται σε προβολές και μεροληπτικές αξιολογήσεις, δεν πρόκειται να δουλέψει. Μπορεί να προσπαθήσουμε να την κάνουμε να δουλέψει αλλά μακροπρόθεσμα τα πράγματα θα πάρουν τις πραγματικές τους διαστάσεις και θα μας είναι πολύ δύσκολο να το διαχειριστούμε.

Κάτι μας θύμισε κάποιον που είπε κάτι κάποτε και τώρα όλα θυμίζουν αυτό το κάτι που είπε κάποιος κάποτε. Και έτσι αέναα αναπαράγουμε λάθος αντιλήψεις και κρατιόμαστε από πάνω τους ακόμη και όταν δε μας εξυπηρετούν, ακόμη κι όταν μας καταστρέφουν.

Το σφάλμα της επιβεβαίωσης υιοθετείται όταν νιώθουμε ότι οι εισερχόμενες πληροφορίες και δεδομένα, είναι με κάποιο τρόπο απειλητικά, όχι μόνο των απόψεών μας, αλλά και της ίδιας μας της αυτοεκτίμησης. Η αποφυγή αυτής της απειλής γίνεται εργαλείο επιβίωσης και αυτοσκοπός, κι εξασκούμε τον εαυτό μας, με το να λειτουργεί μηχανικά και αντανακλαστικά κάθε φορά που κάτι δε συνάδει με αυτό που ήδη πιστεύουμε. Και έτσι αδικούμε πρόσωπα και καταστάσεις εις το όνομα του βολέματος και της δικής μας αδυναμίας να δούμε την πραγματικότητα ως έχει.

Πίσω από όλο αυτό όμως, κρύβεται συνήθως κάτι βαθύτερο, και αυτό είναι η δική μας έλλειψη εμπιστοσύνης στην κρίση μας και τα πιστεύω μας.

Αρνούμαστε να αναιρέσουμε, όχι γιατί δε θέλουμε να δούμε και να ακούσουμε, αλλά γιατί εμείς δεν πιστεύουμε σ’ εμάς και κάπως έτσι τα ιδανικά μας θα παραμείνουν πάντα δανεικά.

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαρίας Αγοραστού: Σοφία Καλπαζίδου

Συντάκτης: Μαρία Αγοραστού