Όταν έρθει ο κορεσμός, είναι εκείνο το συναίσθημα που κάποια στιγμή εμφανίζεται για να χαράξει την κόκκινη γραμμή. Είναι η αίσθηση, η οποία βρίσκει τον άλλο ψυχικά κουρασμένο, μια ερμηνεία δυσάρεστη, μια αναγκαιότητα αναπόφευκτη στη ζωή. Το συναίσθημα που δημιουργεί είναι γνώριμο, έχει αρνητική υπόσταση και μια προκαθορισμένη εξέλιξη. Και το όνομα αυτού, το τέλος.

Συχνά γνωρίζεις πως έρχεται. Η διαίσθηση είναι αυτή που σε προετοιμάζει και σε καθοδηγεί. Μια άκεφη συμπεριφορά, η αποστροφή στη συνύπαρξη, η παραίτηση από κάθε προσπάθεια είναι τα πιο ισχυρά δείγματα. Δεν υπάρχει η παραμικρή διάθεση, να προσέξεις, να σκεφτείς και να νοιαστείς. Ευελπιστείς απλώς ότι η άλλη πλευρά θα το αφήσει να συμβεί, όπως θα γινόταν αν δεν υπήρχε επιλογή να αποφασιστεί κάτι διαφορετικό, σαν μια φυσική απώλεια. Απλή αδιαφορία για τον άλλον και προστασία για σένα.

Ίσως τον πρώτο καιρό να υπήρχε ενδιαφέρον από πλευράς σου για να το αντιμετωπίσεις, όμως με την πάροδο του χρόνου αυτό οδήγησε σε διαφορετική εξέλιξη. Ασυναίσθητα, η συμπεριφορά σου, δείχνει, πλέον, μια ανάγκη για επανάσταση από τα δεσμά και την κοινή συμβίωση. Αρχίζει και γίνεται αντιληπτό το ότι εξασθενεί εκείνο το συναίσθημα του ενδιαφέροντος για τον άλλον. Συνεπώς κι η δική του συμμετοχή ολοένα γίνεται αδύναμη, ώσπου παύει πλέον να προσπαθεί να παλεύει γι κάτι που είναι καταδικασμένο να τελειώσει.

Άλλωστε, αν τα συναισθήματα, έχουν παρέλθει, αν έχουν κάνει τον κύκλο τους, τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει τη σχέση. Τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει τον άλλον δέσμιο σε μια κατάσταση στην οποία δε θέλει να βρίσκεται. Σε μια σχέση, που τα μόνα που υπάρχουν είναι τα λεκτικά δεσμά, ένας τίτλος χωρίς ιδιότητα. Γκρεμισμένα, ερείπια όλα τα υπόλοιπα, που χρειάζονται μια μπουλντόζα να τα απομακρύνει και μέσα από τη γη που πια έχει καθαρίσει να χτιστούν νέες βάσεις.

Ό,τι τελειώνει καλό είναι να φεύγει και να μη στέκει παρατημένο σε μια γωνιά. Δε θα αλλάξει τίποτα, άλλωστε κι αν αλλάξει κάτι θα είναι προς το χειρότερο. Όλα έχουν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση κι αν η οδός είναι προς τον γκρεμό, κανείς δεν μπορεί να αποτρέψει την πορεία από ένα σημείο κι έπειτα. Όσες προσπάθειες κι αν γίνουν, όσες ανανεώσεις υποσχέσεων, τίποτα δεν μπορεί να επαναφέρει ένα τελειωμένο συναίσθημα ή ακόμη χειρότερα, ένα συναίσθημα που δεν υπήρξε καν. Και χωρίς αυτό, όλα είναι καταδικασμένα. Ως κι ο αέρας θα είναι ενοχλητικός, τα λόγια, το βλέμμα, ακόμη κι αυτά που δε γίνονται, θα είναι πράγματα που ο ένας θα απεχθάνεται στον άλλον.

Θα ξεκινήσουν οι απομακρύνσεις, το κρεβάτι θα γίνει στρατόπεδο κι η επικοινωνία θα αντικατασταθεί με τον καβγά. Θα υπάρχει μόνο μια αγόγγυστη δίψα γι’ αντιπαράθεση και κόντρα. Τότε, πια, θα είναι πασιφανές πως η ιστορία έχει τελειώσει κι οι λόγοι που κρατούν την ψευδαίσθηση και την εικόνα της σχέσης, αφορούν μόνο τον έξω κόσμο. «Δε θέλω να μου πειράζεις την οδοντόκρεμα», που οριοθετεί την οικειότητα, «ο χυμός είναι δικός μου» που απαιτεί τα κεκτημένα, «έφαγα, δε σε περίμενα» που ξεκαθαρίζει την ξεχωριστή πορεία, «θέλω να δω τη σειρά μου», που σημαίνει πως θέλω χρόνο μόνος, «τα λέμε μετά» ή και καθόλου. Εκφράσεις που σηματοδοτούν ένα αντίο, αποτυπωμένο μέσα σε κάθε λέξη.

Ωστόσο, όσες διαφορετικές φάσεις κι αν εκφράζει, το αντίο πάντα θα είναι ίδιο. Αλλάζει απλώς μορφή, και μπορεί να γίνει περισσότερο ή λιγότερο ξεκάθαρο αναλόγως με το πόσο αγαπάει κάποιος τον εαυτό του. Αν δεν έχει βρει τη γαλήνη και την ισορροπία μέσα του, συνέχεια στη ζωή του θα αναζητά να φεύγει δίχως να ξέρει τον σωστό και τίμιο τρόπο να το κάνει.

 

Συντάκτης: Αλεξάνδρα Τσότσου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου