Αν σε συναντούσα σε ένα νησί, δε νομίζω πως θα σε πρόσεχα αμέσως. Θα σε περνούσα για έναν ακόμα άνθρωπο που ήρθε να κάνει τις διακοπές του. Κι εγώ θα ήμουν εκεί, με το αγαπημένο μου βιβλίο, έναν καφέ στο χέρι και το μυαλό μου γεμάτο σχέδια. Γιατί έμαθα πια να μη ψάχνω ανθρώπους για να με σώσουν. Έμαθα να σώζω εγώ τον εαυτό μου.

Ίσως να ανταλλάσσαμε μόνο ένα χαμόγελο. Ίσως να καθόσουν στο διπλανό τραπέζι. Ίσως να μου έλεγες κάτι αδιάφορο, από αυτά που ξεχνιούνται εύκολα. Κι όμως, θα υπήρχε κάτι που δε θα ξεχνιόταν. Δε θα ήταν ο έρωτας με τις μεγάλες δηλώσεις. Δε θα ήταν τα πυροτεχνήματα. Θα ήταν αυτή η παράξενη ησυχία που νιώθεις όταν κάποιος δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει. Μόνο να σε καταλάβει.

Θα σου έλεγα για τα όνειρά μου. Για τα παιδιά που παλεύουν να πιστέψουν στον εαυτό τους. Για τις φορές που χρειάστηκε να αποδείξω ότι αξίζω. Για τις νίκες που κόστισαν περισσότερο απ’ όσο φάνηκαν.

Και εσύ δε θα προσπαθούσες να με αλλάξεις. Θα μου έδινες χώρο να συνεχίσω να γίνομαι αυτό που πάντα ήμουν. Γιατί τελικά, ο έρωτας της ζωής μας δεν είναι εκείνος που μας ολοκληρώνει. Είναι εκείνος που μας αφήνει ολόκληρους.

Θα περπατούσαμε ξυπόλητοι μέχρι να δύσει ο ήλιος. Θα κάναμε σχέδια που ίσως να έμοιαζαν υπερβολικά μεγάλα για δύο ανθρώπους. Κι όμως, θα χωρούσαν. Γιατί όταν οι άνθρωποι κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση, τα όνειρα μεγαλώνουν χωρίς να βαραίνουν. Κάποια στιγμή θα γελούσα και θα σκεφτόμουν πόσο περίεργη είναι η ζωή. Γιατί κάποτε πίστευα ότι η αγάπη είναι να σε διαλέγουν. Τελικά η αγάπη είναι να συναντιούνται δύο άνθρωποι που έχουν ήδη διαλέξει τον εαυτό τους… και να αποφασίζουν, κάθε μέρα, να περπατούν μαζί.

Αν σε συναντούσα σε ένα νησί, ίσως να μην ήξερα τότε ότι είσαι ο έρωτας της ζωής μου. Αλλά θα αναγνώριζα αμέσως την αίσθηση. Αυτή την αίσθηση του «σπίτι». Και αυτό, τελικά, είναι το πιο όμορφο happy ending. Γιατί δεν τελειώνει ποτέ. Απλώς συνεχίζει, κάθε πρωί, δίπλα στον ίδιο άνθρωπο.

Συντάκτης: Βίκυ Κάππα