Ανοίγεις το κινητό για να ψάξεις κάτι ασήμαντο. Μια διεύθυνση, ένα μήνυμα, μια υπενθύμιση. Και ξαφνικά πέφτεις πάνω σε εκείνη τη διαδρομή. Τη διαδρομή για το αγαπημένο του μέρος. Εκεί που ήθελε τόσο πολύ να πάει. Εκεί που είχες σχεδιάσει, σιωπηλά σχεδόν, να το πας κάποια μέρα.
Δεν το είχες πει ακριβώς. Ίσως γιατί ήθελες να είναι έκπληξη. Ίσως γιατί μέσα σου πίστευες πως θα υπάρξει χρόνος. Πως κάποια Κυριακή θα ξυπνούσατε χωρίς βάρος, χωρίς αναβολές, χωρίς «θα δούμε», και θα του έλεγες: «Ντύσου. Πάμε κάπου». Και θα γελούσε. Και θα σε ρωτούσε πού. Κι εσύ θα έκανες πως δεν ακούς, κρατώντας το μυστικό σαν μικρό παιδί που κρύβει δώρο πίσω από την πλάτη του.
Η διαδρομή είναι ακόμα εκεί. Αποθηκευμένη. Σαν να μην έμαθε ποτέ ότι εσείς δεν είστε πια «εσείς». Σαν να περιμένει ακόμα να πατήσεις έναρξη.
Και τότε αρχίζεις να σκέφτεσαι. Στο δικό του κινητό άραγε υπάρχει κάτι αντίστοιχο; Έχει κι εκείνο φυλαγμένες διαδρομές για σένα; Έχει κρατήσει κάποιο εστιατόριο που του είχες πει πως θέλεις να δοκιμάσεις; Έχει στο καλάθι ένα ρούχο που φαντάστηκε ότι θα σου πήγαινε; Μια κούπα, ένα βιβλίο, ένα άρωμα, κάτι μικρό και γελοία τρυφερό που δεν πρόλαβε ποτέ να σου δώσει;
Ή μήπως μόνο εσύ είχες χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο από μικρές αποθηκευμένες προθέσεις;
Γιατί τελικά αυτό πονάει περισσότερο. Όχι πάντα η απουσία. Αλλά τα πράγματα που είχαν μείνει στη μέση. Τα σχέδια που δεν πρόλαβαν να γίνουν ανάμνηση. Οι κρατήσεις που δεν έγιναν τραπέζια για δύο. Τα εισιτήρια που δεν αγοράστηκαν. Τα μέρη που δεν περπατήσατε χέρι χέρι. Οι φράσεις που έμειναν στα πρόχειρα.
Ένα «θα σου άρεσε εδώ» που δεν στάλθηκε ποτέ.
Κοιτάς την οθόνη και νιώθεις πως το κινητό σου ξέρει περισσότερα απ’ όσα αντέχεις. Ξέρει ποια μέρη ήθελες να μοιραστείς. Ποιες φωτογραφίες έκανες screenshot για να του τις δείξεις. Ποια τραγούδια άκουγες και σκεφτόσουν ότι θα του τα στείλεις. Ποιες ώρες έψαχνες δώρα, όχι επειδή υπήρχε επέτειος, αλλά επειδή απλώς το θυμήθηκες.
Και αναρωτιέσαι: εκείνο σε θυμάται έτσι; Σε μικρές καθημερινές λεπτομέρειες; Ή πέρασες από τη ζωή του χωρίς να αφήσεις καρτέλες ανοιχτές;
Ίσως να μην το μάθεις ποτέ.
Ίσως το δικό του κινητό να είναι καθαρό. Χωρίς αποθηκευμένα μέρη, χωρίς καλάθια, χωρίς αναζητήσεις που να μυρίζουν εσένα. Ίσως να μη σχεδίασε ποτέ όπως σχεδίαζες εσύ. Ίσως να ήταν πάντα πιο παρόν στη στιγμή και λιγότερο στο αύριο. Ή ίσως, ποιος ξέρει, να έχει κι εκείνο κάπου φυλαγμένο ένα μικρό αρχείο που γράφει το όνομά σου χωρίς να το λέει.
Ένα τραγούδι. Μια φωτογραφία. Μια διεύθυνση. Μια σημείωση.
Κάποτε πίστευες πως αγάπη είναι οι μεγάλες δηλώσεις. Τα «πάντα», τα «ποτέ», τα «μαζί». Τώρα καταλαβαίνεις πως αγάπη είναι και όλα εκείνα τα αθόρυβα που κάνει κάποιος όταν δεν τον βλέπεις. Να ψάχνει πώς θα σε χαροποιήσει. Να θυμάται τι αγαπάς. Να φυλάει μια ιδέα για μια μέρα που θα χαμογελάσεις.
Και ίσως γι’ αυτό πονάει τόσο αυτή η διαδρομή. Γιατί δεν είναι απλώς χάρτης. Είναι πρόθεση. Είναι φροντίδα. Είναι ένα κομμάτι σου που είχε ήδη πάει εκεί μαζί του, πριν πάτε στ’ αλήθεια.
Πατάς πάνω στη διαδρομή. Την κοιτάς λίγα δευτερόλεπτα. Η απόσταση, ο χρόνος, οι στροφές. Όλα διαθέσιμα. Όλα εφικτά. Εκτός από εκείνον.
Για μια στιγμή σκέφτεσαι να τη διαγράψεις. Να καθαρίσεις το κινητό σου από ό,τι δεν έγινε. Να σβήσεις τις μισοτελειωμένες στιγμές σαν να μην τις θέλησες ποτέ.
Αλλά δεν το κάνεις.
Όχι επειδή περιμένεις. Όχι επειδή ελπίζεις να γυρίσει. Αλλά επειδή κάποτε αγάπησες όμορφα. Κι αυτό δεν χρειάζεται πάντα να διαγράφεται. Μερικές φορές απλώς μετακινείται μέσα σου. Από το «θα πάμε μαζί» στο «κάποτε ήθελα να σε κάνω χαρούμενο».
Κλείνεις το κινητό. Και για πρώτη φορά δεν αναρωτιέσαι αν εκείνο έχει ακόμα φυλαγμένες στιγμές. Σου αρκεί που είχες εσύ. Γιατί αυτό σημαίνει πως υπήρξες αληθινός.
