Όλοι ξέρουμε ότι ο χρόνος μας στη Γη είναι περιορισμένος, όμως δεν ξέρουμε πόσος είναι. Πολλοί δε μιλάνε γι’αυτό. Σε πολλούς δεν αρέσει να το σκέφτονται. Μερικοί κάνουν πλάκα γι’ αυτό. Όπως και να έχει όμως, εν τέλει όλοι σε κάποια φάση, μέσα μας σκεφτόμαστε ότι η ζωή κάποτε τελειώνει. Αυτές οι σκέψεις, είτε έχουν να κάνουν με τον δικό μας θάνατο είτε για των χαμό των ανθρώπων που αγαπάμε.

Πώς θα γίνει; Πότε θα είναι αυτό; Θα καταφέρουμε να κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικότητα; Ή δε θα μας φτάσει ο χρόνος; Τι θα συνέβαινε, όμως, αν όλη αυτή η ασάφεια γύρω από τον θάνατό μας εξαφανιζόταν; Τι θα γινόταν αν ξαφνικά μας έλεγαν την ακριβή ημερομηνία θανάτου μας; Αν κι αυτό είναι αδύνατο, πόσο διαφορετικά θα πράτταμε άραγε;

 

 

Για παράδειγμα, όταν έχουμε στο ψυγείο ένα γάλα το οποίο κοντεύει η ημερομηνία λήξης του, βιαζόμαστε να το καταναλώσουμε όσο το συντομότερο γίνεται. Όσο πιο μακριά είναι η ημερομηνία, τόσο λιγότερο επείγουσα γίνεται η κατανάλωσή του. Έτσι και με τη ζωή. Εάν γνωρίζαμε ότι μας απομένουν λίγα χρόνια, μήνες, μέρες, ώρες, θα προσπαθούσαμε να τ’ αναλώσουμε σ’ όλα αυτά που αγαπάμε, με όλους όσους αγαπάμε, χωρίς να περιμένουμε την ημερομηνία λήξης της; Ή θα συνεχίζαμε οι ίδιοι; Μήπως μια αντίστροφη μέτρηση θα μας βοηθούσε όλους να ζήσουμε πιο ευτυχισμένες και πιο γεμάτες τις ζωές μας ή θα μας οδηγούσε στο απόλυτο χάος; Άραγε θα παραπονιόμασταν το ίδιο; Θα κολλούσαμε σε ανούσια προβλήματα, τα οποία μετά από μία μέρα δε θα είχαν καν σημασία; Θα συνεχίζαμε να πηγαίναμε στη δουλειά μας; Θα πηγαίναμε αυτό τον καφέ που τον αναβάλαμε γι’ αύριο; Θα παίρναμε τηλέφωνο τη μαμά για να της πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ; Θα υπακούγαμε στους νόμους; Θα μας ενδιέφερε να είμαστε ηθικοί;

Ενώ εμείς, ζούμε τη ζωή λες και κάποιος μας έχει εγγυηθεί ακόμα μια Δευτέρα, ακόμα ένα «αργότερα», ακόμα ένα «με τον καινούργιο μήνα ή χρόνο». Αναβάλλοντας ολόκληρο το πλάνο της ζωής μας για κάποια άλλη στιγμή, που ίσως και να μην έρθει ποτέ. Ζούμε λες κι είμαστε αθάνατοι, ενώ τελικά είμαστε απλώς αφελείς. Αφελείς, κουβαλώντας τη σιγουριά ότι θα υπάρχει αύριο. Ξεχνώντας πόσο σημαντικό είναι το τώρα.

Αν γνωρίζαμε πότε ακριβώς επρόκειτο να πεθάνουμε, τι θα αλλάζαμε στον τρόπο που ζούμε; Αν ήταν εφικτό να γνωρίζαμε την ημερομηνία αυτή, μάλλον, δε θα μας ένοιαζε τόσο το μέλλον, και το παρόν θα γινόταν μια ατελείωτη ευκαιρία. Θα γινόμασταν πιο εγωιστές ή καθόλου. Θα αποφασίζαμε λιγότερο ορθολογικά. Θα αισθανόμασταν ελεύθεροι να κάνουμε αυτό που μας αρέσει χωρίς να ανησυχούμε για τις αντιδράσεις των άλλων. Θα παρανομούσαμε ενδεχομένως. Θα εκτονωνόμασταν πιο ενστικτωδώς. Θα αναζητούσαμε νέες γεύσεις κι έντονες συγκινήσεις για να μας υπενθυμίσουν πραγματικά τι σημαίνει να είσαι ζωντανός. Αν ξέραμε την ημέρα του θανάτου μας, θα απελευθερωνόμασταν ή θα φυλακιζόμασταν στον εαυτό μας περισσότερο;

Δυστυχώς ή ευτυχώς δε θα μπορούσαμε ποτέ να γνωρίζουμε πότε θ’ αφήσουμε αυτό τον κόσμο. Και δε χρειάζεται κιόλας να ξέρουμε πόσος χρόνος απομένει για ν’ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τι θέλουμε να κάνουμε για το υπόλοιπο της ζωής μας. Πρέπει απλώς να βγούμε εκεί έξω και να το κάνουμε. Χωρίς δεύτερες σκέψεις. Να λέμε στους ανθρώπους μας πόσο σημαντικοί είναι για εμάς και να τους το υπενθυμίζουμε συχνά-πυκνά. Να μοιράζουμε αγκαλιές και φιλία σαν καραμέλες, να παραιτηθούμε, να φάμε το κομμάτι κέικ. Γιατί τελικά το μόνο πράγμα που αξίζει στη ζωή, είναι η ίδια η ζωή αυτούσια. «Μια ζωή. Απλώς μία. Γιατί, γιατί δεν τρέχουμε, σαν να φλεγόμαστε, προς τα πιο τρελά μας όνειρα;»

Συντάκτης: Μέλπω Θεοδώρου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου