Σας προτρέπω να κλείσετε τα μάτια για μια στιγμή και να πάτε πίσω, πολύ πίσω εκεί που ήσασταν ακόμη παιδιά και να θυμηθείτε την εξής φράση : «Μαμά / Μπαμπά κοίτα με!». Νομίζω όλοι την θυμάστε και πιστεύω πως όλοι την έχετε συνδέσει με τα πιο «σημαντικά» σας επιτεύγματα. Αυτά που κάποτε ήταν μια απλή κωλοτούμπα, μια ζωγραφιά που κανείς δεν καταλάβαινε, ένα άβολο ποίημα σε κάποια εκδήλωση στο σχολείο που ανάμεσα σε δεκάδες μάτια όλοι ψάχναμε αυτά τα ξεχωριστά μας «δυο» να μας κοιτάνε με περηφάνεια ή ακόμη και το ότι καταφέρναμε με κάποιο «μαγικό» τρόπο να αφήνουμε τα χέρια μας από το τιμόνι του ποδηλάτου μας και αυτό ήταν τόσο cool που ουρλιάζαμε από χαρά και αυτό-ικανοποίηση για τις φοβερές μας ικανότητες. Πάντοτε όμως όλα αυτά είχαν έναν κοινό παρανομαστή: να μας δουν, να μας επιβραβεύσουν ή να μας διορθώσουν οι πιο σημαντικοί μας άνθρωποι. Λες και χωρίς αυτό το κοίταγμα, – άλλοτε περήφανο, άλλοτε αυστηρό- όλα αυτά δεν είχαν και τόση σημαντικότητα από μόνα τους.
Και έτσι απλά και αβίαστα θέλω να έρθω στο σήμερα που υπάρχει μια στιγμή που έχεις καταφέρει κάτι, όχι απαραίτητα εντυπωσιακό για τους άλλους πλέον , αλλά μεγάλο για σένα. Κάτι που μόνο εσύ πια γνωρίζεις τι σου κόστισε, πόσες φορές πήγες να τα παρατήσεις, πόσες νύχτες γύρισες πίσω στον εαυτό σου για να καταφέρεις να συνεχίσεις. Και τότε έρχεται κάποιος πλέον και λέει : «Ναι, αλλά….» και ως δια μαγείας εκεί μέσα σε αυτό το «αλλά» τελειώνουν όλα.
Γιατί δεν ακούς τίποτα άλλο μετά από αυτό το «αλλά». Δεν έχει σημασία αν ακριβώς πριν ειπώθηκε ένα «μπράβο». Αυτό το αναθεματισμένο «αλλά» είναι αυτό που μένει και αυτό που καρφώνεται και σε κάνει να μικραίνεις μέσα σου, σα να ακυρώθηκε κάτι που μόλις πήγαινε να σταθεί όρθιο. Κι αν όλο αυτό σου ακούγεται κάπως γνώριμο, δεν είσαι μόνος/η.
Το ξέρατε πως πολλοί άνθρωποι έχουν έναν περίεργο, σχεδόν αυτόματο τρόπο να εστιάζουν στην έλλειψη; Δεν το κάνουν σαφώς πάντοτε από κακία αλλά μερικές φορές το κάνουν γιατί απλώς έτσι έχουν μάθει να βλέπουν τον κόσμο. Μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα όπου το «αρκετό» δεν υπήρχε. Κάθε επίτευγμα συνοδευόταν από μια παρατήρηση, η επιβράβευση ήταν σύντομη και η κριτική διαρκής. Και έτσι, φυσικό επακόλουθο ήταν χωρίς να το καταλάβουν, να γίνουν οι ίδιοι φορείς αυτής της ματιάς.
Αυτοί οι άνθρωποι αδυνατούν να βλέπουν τι έχεις καταφέρει και βλέπουν μόνο τι λείπει. Δεν στέκονται στο «έφτασες μέχρι εδώ» αλλά στο ότι «θα μπορούσες κι άλλο». Δεν αναγνωρίζουν την διαδρομή αλλά μετράνε το αποτέλεσμα και λίγο… περισσότερο το ελλιπές. Και έτσι ακόμα και οι πιο φωτεινές σου στιγμές, αποκτούν μια σκιά.
Γιατί όμως όλο αυτό να πονάει τόσο, θα ρωτούσε κάποιος… Γιατί ίσως όλο αυτό δεν είναι απλώς μια άποψη αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ.
Η σύγχρονη ψυχολογία μιλάει για την ανάγκη της αναγνώρισης ως βασικό πυλώνα της αυτό-εκτίμησης. Δεν χτίζουμε την εικόνα μας μόνοι μας αλλά μέσα από το βλέμμα των άλλων. Θυμηθείτε αυτό το «Μαμά/ Μπαμπά κοίτα με»….
Όταν λοιπόν αυτό το βλέμμα εστιάζει συστηματικά στην έλλειψη, αρχίζεις αυτόματα να το εσωτερικεύεις. Αρχίζεις να αμφιβάλεις για τον εαυτό σου και να ακυρώνεις σιγά-σιγά τις προσπάθειές σου και έτσι νιώθεις ότι ποτέ δεν είναι αρκετό ό,τι κι αν κάνεις. Και το πιο ύπουλο; Ακόμα κι όταν δεν είναι εκεί, συνεχίζεις εσύ την δουλειά τους. Γίνεσαι εσύ πλέον η φωνούλα που λέει : «Ναι, αλλά….».
Έχετε άραγε ακούσει ποτέ για το λεγόμενο φαινόμενο της αρνητικής προκατάληψης; Ο εγκέφαλός μας λοιπόν έχει μια φυσική τάση να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο αρνητικό. Είναι κι αυτό ένας μηχανισμός επιβίωσης. Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτός ο μηχανισμός, όταν ενισχύεται από το περιβάλλον, δυστυχώς, γίνεται τρόπος ζωής.
Αν έχεις μάθει για παράδειγμα να ακούς περισσότερο την κριτική από την αναγνώριση, τότε το μυαλό σου θα «κολλάει» εκεί. Δέκα καλά να ακούσεις και ένα αρνητικό, θα θυμάσαι αυτό το ένα. Κι αν αυτό το «ένα» επαναλαμβάνεται από συγκεκριμένους ανθρώπους στη ζωή σου, τότε γίνεται αφήγηση. Η αφήγηση αυτή ακριβώς που λες στον εαυτό σου.
Κάπου όμως εδώ μπαίνει ένα πολύ δύσκολο κομμάτι. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι πολύ συχνά δεν είναι άγνωστοι, είναι απεναντίας κοντινοί, οικογένεια, σύντροφοι, άνθρωποι που -θεωρητικά- σε αγαπούν. Κι εκεί ακριβώς μπερδεύονται τα πράγματα. Διότι η αγάπη όταν συνοδεύεται συνεχώς από διορθώσεις, παρατηρήσεις και υποδείξεις, αρχίζει να μοιάζει με αξιολόγηση, Σα να πρέπει να αποδείξεις την αξία σου, σα να πρέπει να φτάσεις κάπου για να είσαι επιτέλους «αρκετός/ή».
Ε και κάπως έτσι, η αγάπη παύει να είναι χώρος αποδοχής και γίνεται πεδίο απόδοσης. Θα αναρωτηθείς όμως… άραγε μπορώ να αλλάξω αυτό που με πονάει; Η αλήθεια που θα σου πω εγώ είναι σκληρή αλλά απελευθερωτική: Δεν μπορείς να αλλάξεις δυστυχώς το πώς σε βλέπουν οι άλλοι όμως σίγουρα μπορείς να αλλάξεις το πώς όλο αυτό επηρεάζει εσένα. Κι αυτό ξεκινάει από κάτι που δεν είναι εύκολο: να αναγνωρίσεις ότι αυτό που νιώθεις είναι πραγματικό, ότι πονάς, ότι σε επηρεάζει βαθιά και ότι όλο αυτό δεν είναι «υπερβολή». Γιατί πολλές φορές έχουμε μάθει να ακυρώνουμε ακόμα και τον πόνο μας.
Κάπου λοιπόν στην διαδρομή, έρχεται μια στιγμή που πρέπει να διαλέξεις: Θα συνεχίσεις να μετράς τον εαυτό σου με τα μάτια των άλλων ή θα αρχίσεις να τον βλέπεις με τα δικά σου; Δεν σημαίνει ότι σταματά να σε επηρεάζει αλλά σημαίνει τουλάχιστον ότι δεν το αφήνεις να σε ορίζει. Αρχίζεις να λες : « Ναι, έχω ελλείψεις και ποιος άλλωστε δεν έχει; Αλλά έχω και διαδρομή και αξία και κόπο». Αρχίζεις λοιπόν να αναγνωρίζεις εσύ αυτά που δεν αναγνωρίστηκαν από τους άλλους και αυτό αλλάζει τα πάντα. Αν όλο αυτό δεν το δουλέψεις, αυτός ο πόνος δεν φεύγει μόνος του, απλώς μεταφέρεται. Πηγαίνει από σχέση σε σχέση, από χώρο σε χώρο και από στόχο σε στόχο. Και κάθε φορά που κάποιος θα εστιάζει στην έλλειψη, θα ενεργοποιείται αυτή η πληγή ξανά και ξανά. Όχι γιατί έχει δίκιο αλλά γιατί κάτι μέσα σου ακόμα πιστεύει ότι ίσως έχει.
Να σας πω κάτι, δεν θα αλλάξουν όλοι, ούτε και θα αρχίσουν να βλέπουν όσα έχεις καταφέρει. Κάποιοι θα συνεχίσουν να βλέπουν το κενό. Αλλά το ερώτημα δεν είναι αυτό. Το ερώτημα είναι: Εσύ τι θα επιλέξεις να κοιτάς; Γιατί τη στιγμή που θα σταματήσεις να ζητάς επιβεβαίωση από εκεί που δεν δίνεται και θα αρχίσεις να την δίνεις εσύ στον εαυτό σου, εκεί κάτι μέσα σου θα αρχίσει να ησυχάζει. Και μέσα σε αυτήν την ησυχία, εκεί για πρώτη φορά, ίσως να νιώσεις ότι… ΕΙΣΑΙ ΗΔΗ ΑΡΚΕΤΟΣ/Η!
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
