Θυμάσαι εκείνο το βράδυ, που με ρώτησες αν πιστεύω στον έρωτα;

Κι εγώ η τρελή, πήρα στα χέρια την Ασκητική του Καζαντζάκη, άλλαξα δύο τρία λόγια στις τελευταίες σελίδες και με το σεντόνι για μανδύα, άρχισα να απαγγέλνω με ύφος σοβαρό.

«Πιστεύω στον Έρωτα, έναν Έρωτα μεγαλοδύναμο, αλαζόνα, υπερφίαλο και τρελό.

Μαχητή και κατακτητή απ’ άκρη σ’ άκρη.

Πιστεύω στ’ αναρίθμητα, εφήμερα κορμιά που αγκάλιασε, καθοδήγησε, κάρπισε και κατέστρεψε ο Έρωτας στους αιώνες και ξεκρίνω πίσω από την απαυτή ροή του, το νόημα της ζωής.

Πιστεύω στον άγρυπνο βαρύν αγώνα του, που δαμάζει και εξαγριώνει την ύλη- τη ζωοδόχα πηγή φυτών, ζώων κι ανθρώπων.

Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα νύχτα παλεύει ο Έρωτας με το θάνατο. «Βοήθεια» κράζει, «Βοήθεια». Κι ακούω. Μέσα μου χτυπά η φωνή του. Κι όλη η γης ακούει με τρόμο, με χαρά, την κραυγή του.

Μακάριοι όσοι ακούν, νιώθουν και χύνουνται για λυτρωμό, και λεν «Εγώ και συ μονάχα υπάρχουμε». Μακάριοι όσοι λυτρώθηκαν, σμίγουν μαζί και λεν «Εγώ κι εσύ, είμαστε ένα».

Και τρισμακάριοι όσοι κρατούν, και δεν λυγούν, μέσα στις καρδιές τους, το μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό. Και το ένα τούτο, δεν υπάρχει».

Κι αφού τελείωσα το λογύδριο, με πήρες αγκαλιά κι είπες γελώντας «Κι όμως υπάρχουμε».

Μιας και έχω την τάση πάντα να σε αμφισβητώ, άρχισα τις αμπελοφιλοσοφίες μου και τις χαζοψυχολογικές μου αναλύσεις.

Ότι δεν είμαστε παρά ιδέες, που κινούνται στο σύμπαν. Πως όσες σχέσεις πραγματοποιούμε, απορρέουν από το συμφέρον ή από τα παιδικά μας τραύματα. Ότι υπάρχουμε, μόνο για τους εαυτούς μας. Αυτούς θέλουμε να σώσουμε κάνοντας σχέσεις, κανέναν άλλο.

Ούτε κι εγώ δεν ξέρω πως άντεξες δύο ώρες, να με ακούς να γκρινιάζω για όλους και για όλα. Αμίλητος, ετοίμαζες την αντεπίθεσή σου. Και όταν πια κουράστηκα να παραμιλάω, σταμάτησα, νομίζοντας πως σε είχα πείσει μια και καλή. Μου έδειξες τότε τις σκιές μας, που φαίνονταν στον τοίχο. Δύο μαύρα είδωλα, που όταν ήρθες κοντά, έγιναν ένα.

«Η απόδειξη ότι υπάρχουμε, είναι αυτές οι σκιές», είπες και γύρισες πλευρό.

Τότε πίστεψα πως ήσουν πιο τρελός, ακόμη και από εμένα. Μου πήρε αρκετό καιρό μέχρι να καταφέρω να καταλάβω, αυτό που πραγματικά εννοούσες. Και τώρα πια ξέρω.

Υπάρχω, γιατί υπάρχεις.

Γιατί με ξυπνάς το πρωί με ένα φιλί και με σκεπάζεις κάθε βράδυ, να μην κρυώσω.

Γιατί κάθε φορά που συγκινούμαι με μια ταινία, κάνεις πως κλαις κι εσύ μαζί μου και έπειτα με κοροϊδεύεις για μια εβδομάδα.

Γιατί θέλω να παρατηρώ για μια ζωή, τα λακάκια που κάνεις κάθε φορά που ντρέπεσαι και όταν είσαι θυμωμένος, θέλω να σε ηρεμώ όπως μόνο εγώ ξέρω.

Γιατί τα χέρια μας κουμπώνουν τέλεια, όταν κρατιόμαστε και κάθε φορά που εκπνέεις εσύ, αναπνέω εγώ.

Υπάρχω γι’ αυτό το πάθος που νιώθω, κάθε τόσο που με κοιτάζεις στα μάτια.

Κι όσο βλέπω τη σκιά σου στον τοίχο, ξέρω ότι υπάρχεις κι εσύ. Υπάρχουμε ο ένας για τον άλλο. Για τις καλημέρες και τις καληνύχτες μας. Τα παθιασμένα ξενύχτια μας και τα τραγουδιστά μας γέλια.

Υπάρχω, γιατί θέλω να υπάρχω για εσένα, μόνο για εσένα, όπως κι εσύ για εμένα.

Σίγουρα για τον υπόλοιπο κόσμο μωρό μου, δεν είμαστε παρά μόνο ιδέες και τίποτα άλλο, μα πόσο μικρή σημασία έχει αυτό, μπροστά στο σύμπαν που έχουμε εμείς δημιουργήσει.

Και τώρα συνειδητοποιώ, πόσο πεζά σου μίλησα εκείνο το βράδυ. Εγώ που ορκιζόμουν στον Έρωτα, έγινα η πιο κυνική από όλους. Συγχώρα με.

Να, κοίτα, οι σκιές μας στον τοίχο έγιναν ένα πάλι. Και το ένα τούτο, υπάρχει.

 

Συντάκτης: Πόπη Κονοφάου