Η Ελένη Βαλαβάνη μιλάει για τον εθισμό στον πόνο. Δες όλο το άρθρο εδώ!

r583

Σου έχει τύχει να μην πεινάς αλλά να θες να φας; Ξέρεις, αυτό το συναίσθημα που κάτι θες, αλλά δεν ξέρεις ακριβώς τι και αρχίζεις να τσιμπολογάς από ‘δω κι από ‘κει χωρίς ουσιαστικά να χορταίνεις, γιατί τίποτα τελικά δε σου κάνει τόση αίσθηση; Έλα, είμαι σίγουρη ότι το έχεις νιώσει! Είναι οι φορές που καταλήγεις να φας κάτι πολύ πρόχειρο, ή και τον άμπακο, γιατί τίποτα δε σε καλύπτει ουσιαστικά και δεν είσαι αρκετά σίγουρος για το τι πραγματικά ορέγεσαι. Ε, αυτό κάποιοι το παθαίνουμε και με τις καψούρες μας!

Συχνά παρομοιάζω τις σχέσεις και τον έρωτα με το φαγητό. Βρίσκω κάτι πολύ ταιριαστό στον παραλληλισμό αυτών των δύο καταστάσεων, μάλλον γιατί είναι και τα δύο συνυφασμένα με την ανθρώπινη ύπαρξη. Όλοι θέλουμε να φάμε κάτι, πότε φειδωλά και προσεγμένα, πότε με βουλιμία και λαχτάρα. Κάπως έτσι κάνουμε και με τον έρωτα. Τη μία είμαστε επιφυλακτικοί και την άλλη πέφτουμε με τα μούτρα. Κι ίσως κάποιες φορές, ακόμα κι αν δε θέλουμε να το παραδεχθούμε ανοιχτά, να βρισκόμαστε σε μια ενδιάμεση κατάσταση όπου ναι μεν θέλουμε αλλά την ίδια στιγμή δεν έχουμε ξετρελαθεί.

 

eBook Box | Be my Baby


€20,00

-----

 

Αυτό το «γουστάρω αλλά δε γουστάρω κιόλας» είναι κάτι ανθρώπινο και συνηθισμένο αλλά την ίδια στιγμή, μοιάζει να είναι κάπως μεμπτό και ποταπό. Έχει μια ρετσινιά, λες και είναι αμαρτία να μην ξέρεις τι θες, ή να μην μπορείς να αποφασίσεις. Τείνουμε να προτιμούμε εκείνον που θα πάρει μια ξεκάθαρη κι αμετάκλητη θέση κι ας μη μας βρίσκει σύμφωνους, παρά εκείνον που δεν έχει κατασταλάξει ακόμα ή έχει καταλήξει πως βρίσκεται κάπου στη μέση.

Κι όμως, είναι μια κατάσταση στην οποία λίγο πολύ όλοι έχουμε βρεθεί ή θα βρεθούμε κάποτε. Έχουμε μείνει για παράδειγμα σε μια σχέση, όχι γιατί γουστάραμε τρελά, αλλά γιατί δεν υπήρχε κάτι άλλο που να μας συναρπάζει. Επιστρέψαμε σε κάποια προηγούμενη σχέση για τον ίδιο λόγο. Κάποια στιγμή ίσως και να επιδιώξαμε μια νέα επαφή για να μην είμαστε μόνοι ακόμα κι αν δεν ήμασταν ερωτευμένοι· κι όμως δε θα χάσουμε ευκαιρία να κουνήσουμε το δάχτυλο σε εκείνον που θα (μας) κάνει το ίδιο!

Θα γυρίσω στις παρομοιώσεις με το φαγητό χάριν ευκολίας. Ας πούμε πως έχεις μπροστά σου λαχανάκια Βρυξελλών και μπρόκολο. Και τα δυο υγιεινά και καλά για τον οργανισμό σου, μα κανένα απ’ αυτά δεν είναι το αγαπημένο σου. Θα διαλέξεις εκείνο που σου κάθεται καλύτερα στον ουρανίσκο κι ας μην έρχεται πρώτο στις προτιμήσεις σου. Ίσως να δοκιμάσεις κι απ’ το άλλο, μήπως είναι πιο νόστιμο, ίσως βολευτείς με το ένα μόνο. Κι ίσως να βρεθεί μετά από λίγο κι ένα τρίτο πιάτο, ένα κάπως συνηθισμένο αλλά που ξέρεις ότι σου αρέσει -ας πούμε μια μακαρονάδα- για μερικά λεπτά λοιπόν θα σκεφτείς αν πρέπει να αφήσεις αυτό που έχεις για να διεκδικήσεις αυτό που ήρθε. Κι ίσως ακόμα κι όταν πάρεις μπροστά σου τη μακαρονάδα να μην είσαι εντελώς ικανοποιημένος, γιατί εσύ ονειρευόσουν μια μπριζόλα, ή γιατί σκέφτεσαι ότι αυτό που έχεις δεν είναι τόσο καλό για τον οργανισμό σου όσο αυτό που είχες.

Στο παράδειγμα κανένα φαγητό δεν πληγώθηκε που έμεινε στην απ’ έξω ή που δεν ξετρέλανε κάποιον από εμάς. Όμως όταν αυτή η αναλογία αποκτά ονοματεπώνυμο, άρα και κανονική ανθρώπινη υπόσταση με προσωπικότητα, απόψεις και συναισθήματα το πράγμα γίνεται πολύ πιο σύνθετο και φυσικά, αυτός που κάνει τις επιλογές γίνεται ο κακός της υπόθεσης ακόμα κι αν δεν είναι στ’ αλήθεια. Στην πραγματικότητα, είναι μονάχα ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος που καλείται να κάνει μια επιλογή χωρίς κάτι απ’ όλα να τον συναρπάζει.

Ξέρεις, το να μη γουστάρεις αρκετά είναι κάπως πιο δύσκολο απ’ ό,τι έχουμε στο μυαλό μας. Για κάποιους σημαίνει ότι εγκλωβίζονται σε μια σχέση γιατί φοβούνται να αναζητήσουν κάτι καλύτερο κι έτσι συμβιβάζονται στο βολικό ή συνηθισμένο. Για άλλους είναι σαν να αναζητούν μανιωδώς την απόλαυση και να μην τη βρίσκουν πουθενά. Σίγουρα είναι ενοχλητικό να είσαι το άλλο μισό αυτής της σχέσης, σίγουρα κατακερματίζει τον εγωισμό και την αυτοπεποίθησή σου να ξέρεις ότι είσαι το «ντεμί», να νιώθεις ότι δεν εμπνέεις (αρκετό) πάθος ή έρωτα, μα η αλήθεια είναι πως δεν ευθύνεσαι πραγματικά εσύ. Όσο περίεργο κι αν φανεί, ενδεχομένως να μην ευθύνεται κανείς σας. That´s life!

Το «γουστάρω αλλά δε γουστάρω κιόλας» είναι μια πολύ πραγματική κατάσταση την οποία απεύχονται όλοι οι ενεχόμενοι. Κι ίσως το να παραδεχθείς ότι βρίσκεσαι σ’ αυτήν τη φάση να χρειάζεται περισσότερα κότσια απ’ το να πεις ότι δε γουστάρεις κάτι καθόλου. Σκέψου με πόση ευκολία και ένταση λέει κανείς ότι του αρέσει το σουβλάκι ή ότι δεν του αρέσουν οι μπάμιες και με πόση μετριοπάθεια ή υποτονικότητα εκφράζει το «άμα πεινάς, καλό είναι». Πώς να πεις λοιπόν σε κάποιον «καλός είσαι μωρέ, αλλά μέχρι εκεί»; Δεν το λες.

Ναι, εντάξει, όλοι θα πούμε πως είναι καλύτερα να το διαλύσουν και να πάνε παρακάτω, πως στον έρωτα δε χωράνε συμβιβασμοί κι άλλα τέτοια κλισεδιάρικα που μοσχοπουλάνε και μας κάνουν να μοιάζουμε πολύ κουλ τυπάκια κατά τ’ άλλα. Στο δια ταύτα όμως, ανάθεμα κι αν κάναμε αλλιώς. Θα συμβιβαζόμασταν κι εμείς με κάτι που δε μας χαλάει κι ας μη μας εξιτάρει. Θα βολευόμασταν στο γνώριμο και οικείο απ’ το αβέβαιο. Ίσως μάλιστα να λέγαμε εκείνη τη φράση που κάποτε μου είπε ένας γνωστός μου αναφερόμενος στην τότε σχέση του: «Χρυσός άνθρωπος, μακάρι να ήμουν κι ερωτευμένος».

Συντάκτης: Σουζάνα Ντεζούκι
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη