Περίπλοκο παιχνίδι αυτό, της ζωής. Τρέμουμε ασυνείδητα το τι μας φέρνει ο χρόνος. Αποτέλεσμα του χρόνου, τα γεγονότα. Και ίσως είναι η αβεβαιότητα αυτών, που φοβόμαστε. Το ότι δεν μπορούμε να βαφτίσουμε τίποτα ως «σίγουρο». Το ότι δεν μπορούμε να διαβάσουμε το μέλλον μας. Να υπολογίσουμε τα συναισθήματά μας. Το πόσο θα πονέσουμε, πόσο θα γελάσουμε. Πώς θα διοχετεύσουμε το εγώ μας στο κόσμο, τέλος πάντων.

Και είναι λίγο ειρωνικό. Που ο μεγαλύτερός μας φόβος, είναι το μόνο σίγουρο πράγμα από την στιγμή, της γεννήσεως μας. Ο θάνατος. Το μόνο πράγμα που αν και με ανύποπτη ημερομηνία, ξέρουμε ότι θα έρθει. Το φοβόμαστε, όλο και πιο πολύ. Αν και δεν είμαι σίγουρη, για το αν φοβόμαστε το θάνατο, ή την ζωή. Φοβόμαστε τόσο να τσαλακωθούμε, κατά την ύπαρξή μας. Όσο και το να ζήσουμε μόνοι. Μόνοι με εισαγωγικά, πλαίσιο αυστηρά διαμορφωμένο και γκρίζες νότες.

Γιατί μιλάμε με την έννοια του μόνου, που μπορεί να είσαι γεμάτος. Γεμάτος, όχι με αχάριστο και λίγο τρόπο. Άλλα με άτομα, που πράγματι αγαπάς κι εκτιμάς. Και εγωιστές μην ήμαστε. Σίγουρα σε γεμίζουν, έως και τα απολαμβάνεις αυτά τα άτομα. Άλλα νιώθεις ένα κενό, είσαι ταυτόχρονα και άδειος. Ένα κενό, γιατί αυτή η βέβαια, χωρίς ημερομηνία πόρτα, άνοιξε. Χτύπησε χωρίς αμφιβολίες, και άνοιξε, οδηγώντας σε μια μεγάλη πτώση. Και όχι, δεν ήταν η δίκη σου πόρτα.

Αν και ίσως να προτιμούσες να ήταν. Γιατί βλέπεις, η δική σου απώλεια, θα ήταν γεγονός πιο εύκολο. Μερικές φόρες, μπορούμε πιο εύκολα να μη φανταστούμε τον εαυτό μας, από το να φανταστούμε τον εαυτό μας, χωρίς κάποια άτομα. Κι αν τα συναισθήματα έχουν όντως χρώμα, αν τα συναισθήματα χρωματίζουν μια παλέτα στο καμβά της ζωής μας, δεν ξέρω τι χρώμα έχει η απώλεια. Ίσως παίρνει την μορφή μιας βαθιάς χαρακιάς. Είναι βλέπεις, σαν να μην πατάς το πινέλο σου με αρμονία, προσπαθώντας έστω να μουτζουρώσεις κάτι. Άλλα σαν να το πιέζεις με δύναμη, σαν να το διαπερνάς μέσα από το καμβά σου. Δημιουργώντας μαύρα σκισίματα.

Κατά επανάληψη έχουμε αναφέρει πόσο οδυνηρό είναι να χάνεις άτομα από δειλία. Πόσο πονάει και πόσο μας βασανίζει το να βλέπουμε κάποιον να μεγαλώνει μακρυά μας. Έστω όμως, τον βλέπουμε να μεγαλώνει και του στέλνουμε σιωπηλές ευχές για να φτάσει την ευτυχία. Τι πραγματικά γίνεται όταν όμως, αυτός ο κάποιος δεν υπάρχει;

Δεν υπάρχει για να τον πάρεις ένα τηλέφωνο και να του πεις πως σου λείπει. Δεν υπάρχει για να βρεθείς έξω από το σπίτι του. Δεν υπάρχει για να τρέξετε γεμάτοι γέλια σε μια μονοήμερη μακρυά απ’ όλους. Δεν υπάρχει για να του πεις τα προβλήματαά σου, και να σου δώσει αυτές τις συμβουλές του.

Δεν υπάρχει πλέον. Δύσκολη η λέξη η απώλεια. Κουβαλάει ένα βάρος, που ίσως να μην το διαχειριστείς και ποτέ. Και δε θα ξεχάσεις ποτέ αυτόν τον κάποιον. Μα δε θα προσπαθήσεις κιόλας. Δεν είναι αυτός, βλέπεις ο σκοπός μας. Ο σκοπός μας μέσα σε αυτή την απώλεια είναι να θυμάσαι αυτόν τον άλλον. Να ζήσεις, όσα θα ήθελες να ζείτε μαζί και γι’ αυτόν.

Και λείπεις, λείπεις πάρα πολύ. Και νιώθω πως αυτό το κενό, ποτέ μου δε θα το γεμίσω. Άλλα δεν ξέρω αν ακριβώς με στεναχωρεί ή με ενθουσιάζει αυτό το γεγονός. Γιατί βλέπεις έτσι, μπορώ με ακρίβεια να πω, πως είμαι πολύ τυχερή που σε γνώρισα. Είμαι πολύ τυχερή βλέπεις που πέρασες με τα χρώματά σου και το δικό μου καμβά. Και είναι ο πόνος μεγάλος, δεν αντιλέγω. Άλλα σημαίνει πως υπήρξε και μια μεγάλη χαρά. Και θα έχω το νου μου και για εσένα. Καλό σου ταξίδι, ευχαριστώ που υπήρξες.

Συντάκτης: Νταϊάνα Κραέτε