Ρομποτάκια γίναμε. Να ξυπνήσεις νωρίς –αν ανήκεις στους εκλεκτούς που απολαμβάνουν το προνόμιο του εργάζεσθαι-, να πας στη δουλειά, να επιστρέψεις το απογεύμα για να φας, να κάνεις καμιά μικροδουλειά στο σπίτι και το βράδυ στα μεγάλα κέφια μια γρήγορη έξοδο ή μια χαλαρωτική ταινία.

Αύριο ξημερώνει ακόμα μία τέτοια μέρα. Οι Δευτέρες σε τίποτα πλέον δε διαφέρουν από τις Τετάρτες ή τις Πέμπτες και αυτά τα Σαββατοκύριακα βάλσαμο, βρε αδερφέ. Τα εγκωμιάζεις όλη την εβδομάδα και ώσπου να νιώσεις λίγο την ελευθερία που σου στερεί η καθημερινότητα έχουν εξανεμιστεί.

Έρχεται αυτό το καταραμένο Κυριακάτικο σούρουπο για να σε προετοιμάσει για μία ακόμα ρομποτική εβδομάδα. Αν με ρωτάς θα σου πω «κουράστηκα». Με κούρασε η βοή της πόλης τα πρωινά που πάω στη δουλειά.

Με κούρασαν οι συνάδελφοί μου που άλλο δεν έχουν τι να πουν παρά μόνο γκρίνια. Ο προϊστάμενος μου; Αυτός κι αν μ’ έχει κουράσει με τις απαιτήσεις του; Με κούρασαν και οι άνθρωποι γύρω μου που λένε τα ίδια και τα ίδια. Με κούρασε κι ο σύντροφός μου που κάποιες φορές που δεν λέει να καταλάβει πως και η σιωπή έχει την χάρη της.

Ένα ταξίδι λαχταρά η ψυχή μου για να γεμίσει το μέσα της με εικόνες, σιωπές και αν έρθουν ήχοι ας είναι αλλιώτικοι. Βαρέθηκα τους ίδιους ήχους στα αυτιά μου. Εν τέλει αξίζει να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες μας και να τις ικανοποιούμε. Μονάχα για να νιώσουμε όμορφα. Δεν είναι λίγο άλλωστε.

Με μια γρήγορη ματιά στο πορτοφόλι μου και στον τραπεζικό λογαριασμό απορρίπτεται το ταξίδι. Προηγούνται λογαριασμοί και πάγια έξοδα. Σε μια δεύτερη σκέψη φλερτάρω με την ιδέα της εκδρομής. Πηγαίνεις, σου λέει, στην εξοχή και εισπνέεις καθαρό αέρα. Γεμίζεις από εικόνες βουκολικές και ήχους που απαλύνουν τον εκκωφαντικό θόρυβο της πόλης.

Μα, δεν μπορώ να περιμένω το Σαββατοκύριακο πάλι.

Θέλω να με πάρω από το χέρι και να τη δω αλλιώς. Θέλω να κάνω μία βόλτα για να ανασάνω ελεύθερη. Θέλω να μη χρειαστεί να κανονίσω μιαν απόδραση. Ακόμα και τη διαδικασία προετοιμασίας ρομποτική τη βλέπω πια. Χωρίς πολλά λόγια και χρονοβόρες διαδικασίες θέλω να μπω σε ένα ταξί και κάνω, βρε αδερφέ, αυτήν την τσάρκα χωρίς προορισμό.

Θα μπω στο πρώτο ταξί που θα βρω. «Πάμε μία βόλτα στην πόλη», θα πω στον ταξιτζή και θα φορέσω τα ακουστικά για να απολαύσω τη βόλτα μου με μουσικές που γουστάρω. Σκασίλα μου αν με παρεξηγήσει ο ταξιτζής. Τι κι αν με περάσει για τρελή; Εγώ την βόλτα μου θα κάνω. Τώρα που μπήκε η άνοιξη θα ζητήσω να έχω και το παράθυρο μισάνοιχτο.

Στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου – ας είναι και ταξί- θα απολαύσω την ηρεμία και τη φασαρία των σκέψεών μου χωρίς παρεμβολές. Θα με ξεκουράσει αυτή η βόλτα και θα πάψω να είμαι η μίζερη ψυχή που έχω καταντήσει.

Μα πόσο απλό ήταν και δεν το είχα σκεφτεί τόσα χρόνια. Θέλεις να ξεφύγεις και εγκλωβίζεσαι στη σκέψη της απόδρασής σου αντί να πάρεις την απόφαση να αποδράσεις έστω και για λίγο. Έστω και στο πίσω κάθισμα ενός ταξί. Έστω και μέσα στην ίδια την πόλη που θαρρείς σε καταπίνει.

Τι κι αν σε πνίγει, άνθρωπέ μου, η καθημερινότητα; Οι επιλογές είναι τριγύρω σου. Εκμεταλλεύσου τις και ζήσε όπως σου αρμόζει. Αλλά ζήσε!

Σε τελευταία ανάλυση, καλύτερα να είσαι ένας φευγάτος αστός παρά ένας καταπιεσμένος bon viveur δεύτερης διαλογής.

 

Συντάκτης: Χριστίνα Πέσιου