Μεγάλωσα σε μία οικογένεια που έβλεπα τη μητέρα μου να ταξιδεύει συνέχεια. Βυθιζόμουν στις ιστορίες της για μαγικούς, διαφορετικούς κόσμους. Ιστορίες ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με εμένα και τους γύρω μου, με συνήθειες και νοοτροπίες αλλιώτικες. Σαν να ήμουν κι εγώ μέσα στο ταξίδι τα διηγιόμουν κατόπιν στους φίλους μου, με το ίδιο πάθος που μου τα μετέφερε κι εμένα. Η απουσία της, βέβαια, μου φαινόταν αρκετά περίεργη και δεν μπορούσα να καταλάβω πού αποσκοπούσε. Μέχρι που μεγάλωσα.

Λίγο οι ιστορίες που έμειναν αποθηκευμένες μέσα στα συρταράκια του μυαλού μου, λίγο η ανάγκη του να ανακαλύψεις κάτι το πρωτόγνωρο, το μη γνώριμο και να το κάνεις δικό σου με οδήγησαν στο πρώτο μου ταξίδι.

«Μακάρι να σου δώσει η ζωή την ευκαιρία να ταξιδέψεις παντού, να ανακαλύψεις και να εξερευνήσεις αυτά που μόνο στη φαντασία σου υπάρχουν», μου έλεγε. Έτσι κι έκανα. Ξεκίνησα λοιπόν να ταξιδεύω όσο πιο πολύ κι όσο πιο μακριά μπορούσα. Μακριά απ’ την καθημερινότητα και την πραγματικότητα που είχα φτιάξει τόσα χρόνια.

Το χρειάζεσαι και αυτό κάπου- κάπου. Να ξεφύγεις, να πηγαίνεις εκεί που δε σε ξέρει κανείς και δεν ξέρεις κανέναν κι απλά να αρχίζεις να γνωρίζεις κάτι καινούριο. Ανθρώπους, μέρη, νοοτροπίες και πριν καν γυρίσεις πίσω από κάθε ταξίδι, να προγραμματίζεις το επόμενο. Τα συναισθήματα άπειρα κι όλα διαφορετικά. Χαρά, φόβος, άγχος κι αρκετή περιέργεια για το τι θα είναι αυτό που θα συναντήσεις.

Στο μυαλό μου είναι σαν μία περιπέτεια όλο αυτό. Τα ξενύχτια και τα μεθύσια στην καινούρια χώρα, η επίγευση που μένει απ’ τις νέες κουζίνες που δοκιμάζεις, εκείνος ο τριών ημερών έρωτας που ζεις, το φωτογραφικό υλικό που μένει για πάντα ως ενθύμιο, δύο-τρεις λέξεις καινούριες που μαθαίνεις κι έπειτα προσθέτεις στο βιογραφικό σου ακόμα μία γλώσσα, τα παράξενα που συμβαίνουν στα ταξίδια και νομίζεις ότι δε θα γυρίσεις ποτέ πίσω, η κούραση που σου δημιουργεί ένα τεράστιο κύμα ενέργειας σαν να είσαι ρομπότ που δε σβήνει.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με τον απερίγραπτο ενθουσιασμό που σου δημιουργεί η ιδέα και μόνο ενός ταξιδιού, μου επιτρέπουν να χρησιμοποιήσω τον όρο του «μικρόβιου». Ε ναι λοιπόν, τα ταξίδια είναι μικρόβιο. Δεν μπορούν και δεν το αντέχουν όλοι οι άνθρωποι να ξεσπιτώνονται και να φεύγουν απ’ το σίγουρο και το ασφαλές για κάτι άγνωστο. Αλλά δεν πειράζει, δε α δουν ποτέ αυτό που εμείς βλέπουμε.

Αυτό που όταν επιστρέφεις από εκείνο το μακρινό ταξίδι, όλα σου μοιάζουν διαφορετικά. Το σπίτι σου που μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο, το μέρος που συχνάζεις, οι φίλοι σου. Όλα αποκτούν περισσότερο βάθος κι αισθάνεσαι ότι θες να τα ανακαλύψεις απ’ την αρχή. Ότι υπάρχουν πράγματα, τα οποία δεν είχες παρατηρήσει πιο πριν, τόσο βαθιά κρυμμένα που τώρα φαίνονται ξεκάθαρα. Χαρακτηριστικά καινούρια σε εσένα, αποκτούν σάρκα κι οστά, μέσα μόνο σε λίγο χρονικό διάστημα.

Γνώσεις που έχεις αποκτήσει κι απόψεις που έχουν αλλάξει μέσα σου, σε κάνουν διαφορετικό, αγνώριστο κι ίσως περίεργο για κάποιους καθώς η γλώσσα σου τρέχει σαν αυτοκίνητο χωρίς φρένα, αναλύοντας ξανά και ξανά αυτά που έχεις ζήσει. Τρομακτικό το πώς τα λες πάντα με το ίδιο πάθος και την ίδια ένταση.

Καταλαβαίνεις όσο περνάει ο καιρός πως δε χρειάζεσαι να θεωρείς ότι υπάρχει άλλη ζωή μετά το θάνατο καθώς ήδη έχεις ζήσει αρκετές και μάλιστα σε διαφορετικές δεκαετίες. Ενσαρκώνεις έστω και για μια στιγμή χαρακτήρες που μόνο στις ταινίες έβλεπες μέχρι εκείνη την ώρα. Φαντάζεσαι να γίνεσαι ένα με τον τόπο, με το μέρος και ξαναγεννιέσαι για ακόμα μία φορά.

Μεταμορφώνεσαι όπως θες, σε ό,τι πλάσμα σου κάνει κέφι κι έτσι απλά δημιουργείται μια ασυνήθιστη δύναμη μέσα σου που σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Και κάπως έτσι γνωρίζεις και τον εαυτό σου, το ποιος πραγματικά είσαι. Βλέπεις τα όριά σου και μέχρι πού μπορείς να φτάσεις.

Νιώθεις ελεύθερος, ατίθασος, άγριος χωρίς κάποια δύναμη να σε εμποδίζει. Νιώθεις να μεταμορφώνεσαι σαν μία σταγόνα νερό ιριδίζουσα κι έτοιμη να πάρει όποιο χρώμα έρθει σε επαφή μαζί της πρώτο. Η δύναμη του χρόνου εξαφανίζεται και δεν υπάρχει με κάποιον να πολεμήσεις.

Και ξαφνικά γίνεσαι και πάλι παιδί, που έχει μόνο την αίσθηση του πώς δουλεύουν τα πράγματα και θεωρείς ότι ακόμα και το να περάσεις το δρόμο είναι μία σειρά από περιπέτειες.

Μικρόβιο λοιπόν κι ίσως το μεγαλύτερο που γυρνάει και ξαναγυρνάει σαν σβούρα στο κεφάλι σου κι έχει την ανάγκη να απελευθερώνεται όποτε εκείνο θέλει. Δεν πειράζει όμως, τουλάχιστον υπάρχει αντίδοτο.

 

Συντάκτης: Στέλλα Σεπέρα
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη