Όσο περισσότερο κοίταζε το ρολόι της, τόσο η ώρα κυλούσε πιο αργά και το κουδούνι έμοιαζε πιο μακρινό κι απ’ το τέλος των πανελληνίων. Χώμα γινόταν κάθε μέρα, να τρέχει σχολείο, σπίτι, φροντιστήριο και πάλι απ’ την αρχή. Έτσι περνούσαν οι μέρες της με έναν καφέ στο χέρι, μουσική στα ακουστικά της και χάζεμα στο facebook και στο instagram, όταν δεν κρατούσε την ιστορία κατεύθυνσης και τον Πλάτωνα στα χέρια της.

Είχε αρχίσει και το άτιμο το τσιγάρο τότε κι όλες οι τσάντες της γεμάτες με φιλτράκια και χαρτάκια. Κορίτσι μεγαλωμένο με γαλλικά και πιάνο κι απώτερο όνειρο –όχι βέβαια δικό της– η νομική, έκανε όμως την επανάστασή της νοερά. Μπορεί να μην την ενθουσίαζε όλο αυτό, αλλά και μόνο που δίπλα στο «νομική» κολλούσε το «Θεσσαλονίκη», της έμοιαζε λίγο πιο όμορφο.

Συνηθισμένη να μπαίνει στο instagram σε κάθε διάλειμμα, είδε ακόμη μια ειδοποίηση από εκείνον τον μυστηριώδη τύπο με το τέλειο ψευδώνυμο που –χωρίς να ξέρει το γιατί– σε κάθε ζωγραφιά του που ανέβαζε, τόσο πιο πολύ της κέρδιζε το ενδιαφέρον. Δεν είχε δειλιάσει να τον κάνει και φίλο στο Facebook, μήπως και καταφέρει να μάθει πιο πολλά γι’ αυτόν, αφού η ανταλλαγή των likes ήταν όλο και πιο συχνή. Τίποτα όμως, καμία πληροφορία κι ελάχιστες φωτογραφίες με το πρόσωπό του μισό και κακοφωτισμένο. 

«Ξεκόλλα, ρε φίλε, πάλι το προφίλ του χαζεύεις; Δεν τον ξέρεις καν» είπε η Άντα, η φίλη της Αγάθης και φωνή της λογικής της. «Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει, κάτι μου λέει ότι αυτός δε βρέθηκε τυχαία στο δρόμο μου» απάντησε με σιγουριά εκείνη.

«Πλάκα μας κάνεις τώρα έτσι δεν είναι;» την κοίταξε έτοιμη να βάλει τα γέλια μην πιστεύοντας πως η φίλη της ήταν τόσο αιθεροβάμων κι αφελής. «Δεν είναι να παίζεις με αυτά από εκεί μέσα, πρόσεχε!», επισήμανε με όλο το μαμαδίστικο και συμβουλευτικό της ύφος η Άντα.

Τέλη Οκτώβρη ήταν, είχε αρχίσει να προσαρμόζεται στην απαιτητική της ρουτίνα. Έμοιαζε κι αυτό ένα μεσημέρι σαν τα άλλα, όμως τελικά δεν ήταν. Χτύπησε το messenger και αισθάνθηκε λες κι ο τρόπος που χτύπησε ήταν πιο δυνατός απ’ τις άλλες φορές, λες κι ο αποστολέας δεν ήταν ένα καθημερινό της πρόσωπο. Και το στιγμιαίο ένστικτό της ήταν αληθινό!

Ήταν εκείνος, ο ζωγράφος, ο περίεργος, ο μυστηριώδης, ο Φίλιππος! Ακόμη και το όνομά του απέπνεε μια καλλιτεχνική ανησυχία για εκείνη, μια ευαισθησία, μια έκπληξη. Δεν το πίστευε, κόντεψε να της πέσει το κινητό απ’ τα χέρια, νόμιζε ότι κάποιος της έκανε πλάκα. Σαστισμένη καθώς ήταν, νόμιζε πως όλο αυτό που είχε δημιουργήσει στο μυαλό της ποτέ δε θα συμβεί. Όμως για μια φορά, ένα χαζό όνειρό της υλοποιήθηκε. Έστω ένα μέρος του.

«Τη βρήκες την αλλαγή στη ζωή σου ή ακόμη;» αφορμώμενος ο Φίλιππος απ’ το τελευταίο της post. Πλάκα της έκανε, να την πειράξει ήθελε. Φρεσκοχωρισμένος ήταν όπως κι εκείνη κι ήθελε λίγο να ξεδώσει. Κάθε φορά που της πατούσε κι από ένα like, όλο και περισσότερο παραδέχονταν από μέσα του ότι η Αγάθη ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα. Ναι, κι εκείνου του είχε κάνει εντύπωση, ήταν αμοιβαίο το ενδιαφέρον τελικά.

Περίεργος τύπος εκείνος, 24 ετών μόλις κλεισμένα, δεσμευμένος με μια αφηρημένη τέχνη, αφοσιωμένος στην τέχνη του δρόμου και του γκράφιτι. Πανέξυπνος, διοχέτευε την ενέργειά του σε ό,τι τον έκανε χαρούμενο, στην οικογένειά του, στη δουλειά του, στο χόμπι του, στην παρέα του και στην ομάδα του. Δύσκολα μπορούσες να τον ψυχολογήσεις, δύσκολα ανοίγονταν, δύσκολα τον καταλάβαινες. Ήταν κι αυτό που είχε περάσει πολλά από μικρός και γι’ αυτό μεγάλωσε κι ωρίμασε απότομα.

«Ψάχνω αλλά δε βρίσκω», απάντησε εκείνη μετά από 5 λεπτά. «Τι χαζή απάντηση!» σκέφτηκε. Δεν ήξερε τι να πει, ήθελε να του κάνει εντύπωση, να μην του φανεί μια μικρή χαζή μαθήτρια. Είχε καταλάβει ότι ήταν μεγαλύτερός της και δεν ήθελε να απογοητεύσει τις προσδοκίες του.

Μια ώρα και 40 μηνύματα μετά, ο πάγος είχε σπάσει. Ο ένας την έμπαινε με αμηχανία στον άλλον. Η Αγάθη κι ο Φίλιππος κολλημένοι στις οθόνες τους να χαζογελάνε, λες και κάνουν παρέα χρόνια και γνωρίζουν απόλυτα ο ένας τα κουμπιά του άλλου. Στην πραγματικότητα, ήταν δυο τελείως άγνωστοι, πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, οι οποίοι από μια χαζή αφορμή επικοινώνησαν.

«Πρέπει να σε αφήσω τώρα όμως, έχω φροντιστήριο σε λίγο», είπε η Αγάθη με πικρία βέβαια αφού δεν ήθελε να τελειώσει η συζήτηση. «Τι εννοείς φροντιστήριο; Πας ακόμη σχολείο; Νόμιζα πως είσαι φοιτήτρια, ή τουλάχιστον έτσι υπέθεσα απ’ τις φωτογραφίες», της έγραψε έκπληκτος εκείνος.

«Δίνω πανελλήνιες φέτος, στείλε μου αν θες κάποια άλλη φορά». «Σοβαρά τώρα; Εγώ τελειώνω τη σχολή μου, κάνω πρακτική κι εσύ τώρα τελειώνεις το σχολείο; Τα λέμε…»

Θα τα ξαναέλεγαν όμως;  Η Αγάθη είχε να πιάσει τον εαυτό της τόσο μπερδεμένο καιρό τώρα, απ’ όταν είχε χωρίσει. Πίστευε πως τώρα που του παραδέχτηκε πόσο μικρή είναι δε θα της ξαναμίλαγε. Μπορεί να ήθελε απλά κάτι περιστασιακό να περάσει την ώρα του. Αδύνατο βέβαια αφού ξεκαθάρισαν απ’ την αρχή ότι έμεναν σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας. Ο ένας κεντρικά κι η άλλη δυτικά, αυτός στη Λάρισα κι εκείνη στην Πρέβεζα.

Είχε φτιάξει κάτι τόσο όμορφο στο μυαλό της που κάτι τέτοιο θα της κατέστρεφε την εικόνα. Κι ας ήξερε πως το να τα πουν από κοντά ήταν μια μηδαμινή πιθανότητα. Κάτι την τράβηξε ακόμη πιο πολύ, ήθελε να του ξαναμιλήσει. Αν έστελνε όμως μπορεί να φαίνονταν ενοχλητική και δεν το ήθελε. Αλλά και να ξαναμιλούσαν, πού θα οδηγούσε όλο αυτό; Ήταν τρελό να ονειρεύεται πως όλο αυτό θα έχει αίσιο τέλος, ήταν πρακτικώς αδύνατο, δεν υπήρχε κάτι να τους φέρει κοντά, έξω απ’ την οθόνη.

«Άντα, μου έστειλε!»,  της είπε όλο χαρά αφού τη συνάντησε μετά το μάθημα. «Ποιος παιδί μου;», απάντησε η Άντα γεμάτη απορία. «Αυτός ο τύπος που μου τη λες συνέχεια γιατί κοιτάω το προφίλ του!» και της έδωσε να διαβάσει όλα τα μηνύματα. «Έλα Παναγία μου, άλλο και αυτό πάλι! Λες να σου ξαναστείλει;»

Και πραγματικά, ούτε η Αγάθη ήξερε τι να της απαντήσει σε αυτό. Αρκέστηκε σε ένα ξερό κι αγωνιώδες «Το ελπίζω!».

 

Επιμέλεια Κειμένου Έλλης Β. Ζάχου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Έλλη Β. Ζάχου