Διάβασε το Μέρος Β’ εδώ.

 

Το χωριό των ενωμένων ψυχών είχε θορυβηθεί για τα καλά, βλέποντας πως η Καλλιόπη εξακολουθούσε να ‘ναι ζωντανή, ένα μήνα μετά το θάνατο του άντρα της. Με τρόμο όλοι υποψιάζονταν, μα δεν τολμούσαν να το συζητήσουν μεταξύ τους, πως έπαψε πια να ισχύει η «κατάρα» του χωριού κι ότι από εδώ και στο εξής, τα αγαπημένα ζευγάρια δε θα έφευγαν μαζί για τον θάνατο.

Ο Ηλίας κούμπωνε το πουκάμισό του, μα μόλις έφερνε στο νου τη φωνή της Καλλιόπης, ήταν σαν να άλλαζε γνώμη, άνοιγε όσα κουμπιά είχε κλείσει κι έσπευδε να το βγάλει όσο πιο γρήγορα μπορούσε από πάνω του, λες και το πουκάμισο είχε καρφιά που τρυπούσαν το σώμα του τυραννικά. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήταν τα ανύπαρκτα καρφιά που του προκαλούσαν τόση δυσφορία, αλλά η υπόσχεση που έδωσε στην Καλλιόπη πως θα πήγαινε να την συναντήσει, μετά από τόσο καιρό.

Κι αυτή η φωνή της δε σταματούσε να σφυροκοπά ακόμη στα αφτιά του. «Θα ‘ρθεις;» ήταν η πρόταση που του έκανε κι ο Ηλίας μετάνιωνε για την ώρα και τη στιγμή που απάντησε καταφατικά στην πρόσκλησή της και που συμφώνησε, ενάντια στη θέλησή του, να την δει.

«Θα την καλέσω για να ακυρώσω τη συνάντησή μας κι αν αντιδράσει θα την αναβάλω και θα την αναβάλλω για όσο μπορώ. Δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα καταλαγιάσει η επιθυμία της να με δει» σκεφτόταν και προσπαθούσε να μηχανευτεί μια λύση για να γλυτώσει απ’ αυτήν, αλλά ο παρακλητικός της τόνος όταν τον καλούσε κοντά της, είχε κάτι τόσο αξιολύπητο, που θα το ‘χε βάρος στη συνείδησή του αν δεν έκανε αυτό που της υποσχέθηκε.

Κι έτσι, πήγε να την δει. Υποσχέθηκε στη γυναίκα του πως δε θα αργούσε και βιάστηκε να φύγει απ’ το σπίτι του. Πίσω απ’ τις λέξεις του κρυβόταν κι άλλο νόημα, ήταν σαν να της έλεγε πως «πάω να βγάλω κάτι καρφιά απ’ το σβέρκο μου που πρέπει και που μ’ ενοχλούν τρομερά» και φαινόταν μάλιστα πως τόσο πολύ ανυπομονούσε να τα ξεφορτωθεί, που δεν κρατιόταν.

Η Καλλιόπη συγκινήθηκε μόλις τον είδε, μα κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά της και περίμενε λίγα λεπτά, μέχρι τα μάτια της να στραγγίξουν τελείως απ’ τους υγρούς χείμαρρους που τους έφερνε η όψη του.

«Σε περίμενα τόσο καιρό. Τώρα μπορούμε να είμαστε μαζί, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπούσα πάντα» του είπε τελικά κι ο Ηλίας έμεινε να την κοιτάζει με ορθάνοιχτα μάτια, ύστερα απ’ αυτήν την ολότελα αναπάντεχη ανακοίνωση.

«Μα τελειώσαμε εδώ και δέκα χρόνια» κατάφερε να ψελλίσει, μέσα στην έκπληξή του. «Παντρεύτηκα με τη γυναίκα μου, ήρθαμε εδώ, ύστερα ήρθες κι εσύ με τον Αντώνη, υπέθεσα πως προχώρησες, πως…»

«Για ‘σενα ήρθα, χαζέ», τον διέκοψε. «Για να ‘μαι κοντά σου και για να έρθω μαζί σου στον θάνατο.»

«Εγώ… Εγώ αγαπώ τη γυναίκα μου, γι’ αυτό ήρθα μαζί της στο χωριό των ενωμένων ψυχών» είπε ο Ηλίας, που ακόμη δεν είχε απαλλαγεί απ’ το σάστισμά του.

«Ξέρω πως δεν την αγαπάς, πως αγαπάς μόνο εμένα. Έβλεπα πώς με κοίταζες όλα αυτά τα χρόνια» απάντησε με βεβαιότητα η Καλλιόπη και ξεκίνησε τότε να του μιλά με επιχειρήματα, να του εξακριβώνει πως την τάδε ημέρα, στον τάδε τόπο, την κοίταξε. «Και μια άλλη μέρα, σε μια άλλη τοποθεσία, με είδες με τον Αντώνη και πειράχτηκες» συνέχιζε να του λέει και να του εκθέτει με μεγάλη ακρίβεια όλες τις φορές που ο Ηλίας έδειχνε να ενδιαφέρεται ακόμη για εκείνη.

Ο Ηλίας εξακολουθούσε να την κοιτάζει με απορία και τα καρφιά, που πριν ήταν μες στο πουκάμισό του, τώρα βγήκαν και κάρφωσαν τα πόδια του στο έδαφος, κρατώντας τον ασάλευτο στη θέση του∙ τόσο μεγάλη ήταν η έκπληξή του. Όλα αυτά που του έλεγε δεν ίσχυαν κι αν την κοίταξε πραγματικά καμιά φορά, θα ‘ταν τυχαίο, μα η Καλλιόπη τα ‘χε ερμηνεύσει όλα καταπώς λαχταρούσε η καρδιά της.

Εκείνη την ώρα, ο Ηλίας έκλεισε τα μάτια του κι είδε την καταματωμένη καρδιά της Καλλιόπης όπως ήταν πριν δέκα χρόνια, όταν την χώρισε. Δεν ήθελε να την πληγώσει ξανά, μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

«Καλλιόπη, κατάλαβες λάθος. Αγαπώ μόνο τη γυναίκα μου. Ζω μαζί της και θέλω να πεθάνω μαζί της.»

«Περνάς τη ζωή σου μαζί της, γιατί να περάσεις και τον θάνατό σου μαζί της;» του φώναξε η Καλλιόπη με παράπονο κι επέμενε όλο και πιο πεισματικά στο παραλήρημά της. «Ήμουν τόσα χρόνια μ’ έναν άντρα που δεν αγαπούσα, απλώς και μόνο για να ‘μαι κοντά σου. Κατάφερα να γλυτώσω απ’ το μαρτύριο να πάω μαζί του και στον θάνατο και τώρα μπορούμε επιτέλους να ζήσουμε μαζί, ή, έστω, να πεθάνουμε μαζί» προσπαθούσε να τον πείσει ασυνάρτητα, πια, η Καλλιόπη.

Ο Ηλίας ήθελε πολύ να μάθει τι έγινε και δε συνόδευσε τον άντρα της στον θάνατο, μα υποψιάστηκε πως αυτό συνέβη απλώς επειδή δεν τον αγαπούσε και πείστηκε, με ανακούφιση, πως η ευχή-κατάρα του χωριού δεν έπαψε να ισχύει τελικά κι ότι αυτός θα έφευγε μαζί με τη γυναίκα του για τον θάνατο. Μα, τώρα, ήταν άλλο το θέμα του κι ο Ηλίας έπρεπε να σταματήσει επιτέλους αυτό το διαολεμένο παραλήρημά της.

«Αν ήθελα να ήμουν μαζί σου, θα το έκανα» της είπε και περίμενε πως το επιχείρημά του δε θα μπορούσε να μην πιάσει τόπο και να μην την συνεφέρει αυτή τη φορά, μα η Καλλιόπη είχε για όλα μια δική της εξήγηση.

«Όχι, όχι, δεν μπορούσες να το κάνεις. Νόμιζες κι εσύ, όπως όλοι, πως λάτρευα τον Αντώνη και πως δε θα τον άφηνα ποτέ, γι’ αυτό και τόσο καιρό δεν ερχόσουν κοντά μου.»

Ο Ηλίας κατάλαβε πως δεν μπορούσε να την συνεφέρει διαφορετικά. Έπρεπε να ρίξει τα καρφιά του στην καρδιά της Καλλιόπης, κι αυτή τη φορά, κι ας την ξέσκιζε.

«Δε σ’ αγαπώ» της ξεκαθάρισε , και τα βουρκωμένα μάτια της Καλλιόπης σαν τον άκουσε να της το λέει τόσο απλά κι αυτονόητα, δε θα τον σταματούσαν απ’ όσα ξεχύνονταν να βγουν απ’ το στόμα του.

«Είναι βλακείες όλα όσα μου είπες, δε σε κοίταξα ποτέ τόσα χρόνια όπως φαντάστηκες, δεν έτρεφα καμιά κρυφή επιθυμία να ‘μαι μαζί σου, με μεγάλο κόπο ήρθα σήμερα να σε δω και δεν πρόκειται ποτέ να αφήσω τη γυναίκα μου και να ‘μαι με ‘σένα.» Δεν κρατήθηκε, της φώναξε όσα ήθελε να πει κι έφυγε –με το απαξιωτικό ύφος εκείνου που χάνει την ώρα του με σαχλαμάρες– απ’ το σπίτι της.

Τα μάτια της Καλλιόπης άστραψαν απ’ τη λύπη κι απ’ τον εξευτελισμό που ένιωθε –με όλη της την καρδιά– πως είχε υποστεί. «Δε θα σ’ αφήσω να ζήσεις και τον θάνατό σου μαζί της και θα το δεις» ψιθύρισε και το μυαλό της ξεκίνησε ήδη να δουλεύει για τον σκοπό που είχε βάλει μπροστά.

Την ίδια ώρα, όσα ακούστηκαν μεταξύ του Ηλία και της Καλλιόπης, η αλήθεια της Καλλιόπης πως δεν αγάπησε ποτέ τον άντρα της και πως τον χρησιμοποίησε για να έρθει στο χωριό των ενωμένων ψυχών, προκειμένου να ‘ναι κοντά σε έναν άλλον άντρα, παρασύρθηκαν με τον άνεμο, έφυγαν απ’ το καθιστικό απ’ όπου βρίσκονταν, διέσχισαν το διάδρομο, πέρασαν κάτω απ’ την πόρτα του υπνοδωματίου, που είχε σφαλιστεί εδώ και τριάντα ημέρες και που δε θα άνοιγε ποτέ ξανά και κατακρεούργησαν την ψυχή που ήταν ακόμη κλειδωμένη εκεί μέσα και περίμενε.

Τα λόγια της Καλλιόπης χτυπούσαν από τοίχο σε τοίχο μέσα στο υπνοδωμάτιο. «Δεν τον αγάπησα ποτέ τον Αντώνη, δεν τον λάτρευα όπως όλοι νόμιζαν»  επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά, μην αφήνοντας την εγκλωβισμένη ψυχή να ηρεμήσει λεπτό απ’ τις αισχρές αποκαλύψεις. Ωστόσο, έπρεπε κάποτε να μάθει κι ο Αντώνης την αλήθεια…

Συντάκτης: Δημήτρια Κουρίδη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη