Μια τίγρη έκανε την έξυπνη πως δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ένα λιοντάρι. Κι έτσι την προκάλεσαν να βγάλει τον μεγαλειώδη βρυχηθμό του λιονταριού, για να τους αποδείξει ότι, πράγματι, δεν υστερεί σε τίποτα απ’ αυτό. «Έχεις δέκα μέρες στη διάθεσή σου, τίγρη, για να εκπαιδευτείς και να βγάλεις τον ήχο που κάνει το λιοντάρι. Αν και ούτε στα όνειρά σου δεν πιστεύουμε πως μπορείς», της είπαν, μα η τίγρη, τότε, έκανε κάτι πολύ περίεργο.

Αντί, λοιπόν, να αποδεχθεί την πρόκλησή τους και να δουλέψει τις μέρες που της διέθεσαν για να καταφέρει αυτόν τον ήχο, είπε προκλητικά: «Όχι, να τις χαίρεστε τις δέκα μέρες σας, εγώ θα σας βγάλω ευθύς αμέσως τον βρυχηθμό που ζητάτε», ενώ ήξερε πολύ καλά πως δε θα τα κατάφερνε.

Κι έτσι, η τίγρη πήγε να βρυχηθεί σαν λιοντάρι κι όλοι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, γιατί ο ήχος που έβγαλε, μήτε που παρέπεμπε σ’ αυτόν που έπρεπε. Το παράξενο, όμως, ήταν πως ή τίγρη, μπορεί μεν να ένιωθε ντροπιασμένη, μα μέσα της υπερίσχυε κάτι άλλο, που την ανακούφιζε και της έδινε μιαν αλλόκοτη χαρά. Ήξερε πως δεν είχε ν’ αποδείξει τίποτα σε κανέναν πια.

Σαν αυτήν την τίγρη, λοιπόν, κάνουμε κι εμείς μερικές φορές, και ενώ ξέρουμε πως μια ενέργειά μας θα αποτύχει, δεν τη σταματάμε, μα αντιθέτως πηγαίνουμε με βήμα ταχύ προς αυτήν, για να ξεμπερδεύουμε μιαν ώρα αρχύτερα.

Καταρχάς, η τίγρη ίσως να ήθελε να αποτύχει και οι άλλοι να ξέρουν πως δεν προσπάθησε καθόλου, παρά να μην κατάφερνε τον ήχο, όταν θα δούλευε γι’ αυτόν για δέκα ολάκερες μέρες. Έτσι κι εμείς, λοιπόν, δε θέλουμε να αποτύχουμε ενώ έχουμε βάλει τα δυνατά μας, καθώς έτσι, θα διαπιστώσουμε πως παρόλο που δώσαμε ό,τι μπορούσαμε, δεν ήταν αρκετό. Αντιθέτως, αν δεν τα καταφέρουμε, ενώ δεν έχουμε καταβάλει καθόλου κόπο, τότε θ’ ανακουφιζόμαστε με τη σκέψη πως «εντάξει, αν προσπαθούσα περισσότερο, οπωσδήποτε θα τα κατάφερνα».

Επιπλέον, όταν βιαστούμε να κάνουμε κάτι γνωρίζοντας πως έτσι θα αποτύχουμε, ίσως αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχουμε το κουράγιο να αποδείξουμε πως μπορούμε. Έτσι, προτιμούμε να πάψουμε να είμαστε το αντικείμενο του στοιχήματος κάποιων, κι ας γνωρίζουμε πως μ’ αυτόν τον τρόπο δε θα κερδίσουμε εμείς και πως θα τους τη χαρίσουμε τη νίκη. Κι έτσι, χάνουμε από την αρχή, γιατί δεν έχουμε τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση και να προχωρήσουμε μ’ αυτήν.

Τέλος, ίσως η τίγρη, όσο και να κοκορευόταν πως δεν ήταν καθόλου υποδεέστερη απ’ το λιοντάρι, μέσα της να ήξερε πως όχι σε δέκα, μα πως ούτε σε χίλιες δέκα ημέρες δε θα μπορούσε να βγάλει το βρυχηθμό του. Κι έτσι, αντί να έχει αυταπάτες πως θα τα κατάφερνε, προτίμησε να απαλλαγεί απ’ αυτήν τη μάταιη προσπάθεια προτού καλά-καλά μπει σ’ αυτή. Το ίδιο κι εμείς, λοιπόν, όταν ξέρουμε μέσα μας πως δε θα τα καταφέρουμε σε κάτι, βιαζόμαστε να το κάνουμε και ν’ αποτύχουμε, για να αποδείξουμε πως δεν μπορούμε, και να ξεμπερδεύουμε μια και καλή απ’ αυτό.

Κι έτσι, λοιπόν, η τίγρη ξεμπέρδεψε με την πρόκληση που της έβαλαν και προσπαθούσε πια να κάνει το βρυχηθμό, δίχως την έγνοια ότι πρέπει ν’ αποδείξει στους άλλους πως μπορεί. Και μέσα σε δυο ημέρες, άνοιξε το πελώριο στόμα της κι ο βρυχηθμός βγήκε κι ήταν ίδιος κι απαράλλαχτος, μάλιστα, μ’ αυτόν του λιονταριού.

Συντάκτης: Δημήτρια Κουρίδη
Επιμέλεια κειμένου: Βασιλική Γ.