Έρχεται, κατά καιρούς, η στιγμή που κάνεις μια παύση κι αναπολείς το δρόμο που διένυσες, τις δυσκολίες που αντιμετώπισες, που έβγαλες εις πέρας. Που ανταποκρίθηκες σε κλήσεις και δυσκολίες ενώ όλα έδειχναν πως δε θα τα καταφέρεις. Που νόμισες ότι θα χάσεις τον χρόνο σου αν προσπαθήσεις, αν κουραστείς, αν παλέψεις με τους φόβους που ξαφνικά έγιναν πραγματικότητα. Παρέλειψες τις φωνές εκείνων που έλεγαν πως είναι άδικος κόπος. Φωνές γνώριμες, οικίες, φιλικές, συγγενικές. Φωνές που αγάπησες και που περίμενες να σ’ αγαπήσουν το ίδιο. Φωνές που κάποτε έμοιαζαν να σου τάζουν αιώνια συμπόρευση και τώρα δεν είναι δίπλα σου. Αστείο που είναι!

Μια τρεμάμενη φωνή μέσα σου, ζητούσε να τους συγχωρείς, να τους δικαιολογείς, να τους συμπαραστέκεσαι όταν εσύ χρειαζόσουν συμπαράσταση. Πάσχιζε να ελαφρύνει όσες δύστροπες ή κακότροπες συμπεριφορές μπορεί να σε πλαισίωναν, τη στιγμή που ήσουν αδύναμος, άρρωστος. Τη στιγμή που έχεις παραδώσει σώμα, εκείνοι φάνηκαν να είναι πιο αδύναμοι, πιο άρρωστοι από σένα. Φάνηκαν να πάσχουν από έλλειψη ενσυναίσθησης, τη στιγμή που μοίραζαν οίκτο και συμπόνια κάθε που σου συμπαραστεκόταν.

 

 

Ένας πόνος στο στομάχι, συχνοί πονοκέφαλοι, κακοκεφιές γιατί ήταν αδιανόητο να τους ανοιχτείς, να τους εκμυστηρευτείς όσα σε βαραίνουν. Μια μάχη με το μέσα σου γιατί δεν μπόρεσαν να έρθουν να σου δώσουν το χέρι που απελπισμένα χρειαζόσουν. Ελαφρυντικά σε όσα δεν κατάλαβαν, δεν άντεξαν, δεν μπόρεσαν να διορθώσουν, τη στιγμή που εσύ χρειαζόσουν όλα όσα κατέβαλες προσπάθειες για να τους προσφέρεις, χωρίς δεύτερη σκέψη. Όλα όσα παρέδωσες απλόχερα για να μη σπάσουν, τη στιγμή που κατέρρεες.

Κι όμως, είχες μέσα σου αποθέματα παραπάνω απ’ όσα νόμισες. Ανακάλυψες τα όριά σου, τη στιγμή που δεν είχες δυνάμεις ν’ ανοίξεις τα μάτια σου. Σήκωσες το κεφάλι και κοίταξες κατάματα όλα όσα μέσα σου βρισκόταν και περίμεναν να τα χρησιμοποιήσεις. Όχι για εκείνους που δεν ξέρουν τι θέλουν απ’ τη ζωή τους και το ψάχνουν στη δική σου. Όχι για εκείνους που έψαχναν αφορμές να σε δουν αδύναμο. Όχι για εκείνους που φοβήθηκαν να σε χωρέσουν. Σήκωσες το κεφάλι σου για σένα.

Με βήματα δειλά, ξεκίνησες τον ανήφορο, αφήνοντας πίσω όλα όσα δεν μπόρεσαν να δουν αυτόν τον ανήφορο. Με τα πόδια να τρέμουν και τον φόβο να είναι πλέον μια γελοία ανάμνηση, πορεύθηκες προς δρόμους άγνωστους, προς μονοπάτια αλλόκοτα που στο τέλος είχαν την καλύτερη θέα, χωρίς να παραλείψεις το ένστικτο που φώναζε ότι μπορείς, ότι αντέχεις. Το ένστικτο που ήθελες να είναι ο άνθρωπος που όλοι έχουν τις δύσκολες ώρες κι εσύ δεν είχες. Ο άνθρωπος που ήθελες να είναι το φως στα σκοτάδια σου, έγινε το ένστικτο που δεν παρέλειψες κι άφησες να σε οδηγεί προς τον ανήφορο.

Ένα ένστικτο βαθιά υποτιμημένο από εκείνους που θεωρούσες ανθρώπους που σ’ αγαπούν. Όμως, λάτρευαν να λατρεύονται, να κολακεύονται. Κι εσύ τους το στέρησες, ανεβαίνοντας ένα-ένα τα σκαλιά που κάποτε κοίταζες με δειλία. Έφτασες σε σημεία που θεωρούσες πώς δεν μπορείς να γνωρίσεις μόνος σου. Έφτασες σε κορυφές κι είδες τον κόσμο από ψηλά, είδες την υγειά σου ξανά μέσα σου και γύρω σου. Έφτασες κι είδες έναν άλλον κόσμο, λίγο καλύτερο από εκείνον που είχες χτίσει πάνω σε επιπόλαιες ανάγκες.

Ανάγκες που δε θα μπορούσαν να καλυφθούν από αυτούς τους ανθρώπους. Κι ίσως να ήταν η καλύτερη εκδοχή που έφευγαν έτσι από τη ζωή σου. Ίσως να ήταν καλύτερα που εγκατέλειψαν την πορεία σου ή που φοβήθηκαν την εξέλιξη των πραγμάτων. Σήμερα, μπορείς να κοιτάξεις γύρω σου και να δεις τους μισούς ή και λιγότερους ανθρώπους. Όμως, θα δεις με σιγουριά αυτό που βλέπεις και κάθε πρωί στον καθρέπτη σου· την ειλικρίνεια πάνω στην οποία βασίζεται η σχέση σας. Κι αν κάτι κρύβει μια πικρή αλήθεια, είναι πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι με ίσες αντοχές.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Ιωάννης Σαββίδης
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου