Η σημερινή μας ιστορία, δεν είναι ευχάριστη και αισιόδοξη, ούτε βγαλμένη από χολιγουντιανή παραγωγή. Αν ήταν σενάριο, θα ήταν απ’αυτά που πιστεύεις ότι είναι τόσο τραβηγμένα, που μόνο σε ταινία θα μπορούσαν να συμβούν. Είναι όμως αληθινό, όπως το έζησε μια κοπέλα, μόλις είκοσι χρονών.

Στα εφτά της χρόνια, λοιπόν, η μητέρα της αρρώστησε. Πολλά φάρμακα, παρενέργειες και η μαμά ξυπόλυτη στους δρόμους να φωνάζει. Κλάματα και φωνές στο σπίτι, αλλά το κοριτσάκι της δε μίλησε σε κανέναν.

Ενώ η μαμά προσπαθούσε να γίνει καλά, ένα χρόνο αργότερα, σκοτώθηκε ο ξάδερφος της -ας την πούμε Μαρία- σε τροχαίο. Καμία αντίδραση απ’το κοριτσάκι. Δυνατή, όπως δεν άρμοζε σε ένα παιδάκι της ηλικίας της. Δεν πέρασε πολύς καιρός απ’το ατύχημα και η μαμά χειροτέρεψε. Έφτασε σε σημείο να μην αναγνωρίζει καν την κόρη της, που τη βοηθούσε, τη φρόντιζε, αντέστρεψε τους ρόλους και ένιωθε η ίδια μάνα.

Η Μαρία συνέχισε να μεγαλώνει σε αυτή την κατάσταση, αλλά δε μιλούσε σε κανέναν. Ούτε στους πιο κοντινούς της ανθρώπους. Φοβόταν να ανοιχτεί, μην τους φανεί παράξενο και την κοροϊδέψουν. Ανησυχούσε ότι θα ρεζιλευτεί ή ότι, ακόμα χειρότερα, θα την κοιτάνε οι άνθρωποι με οίκτο. Περήφανο κορίτσι, πίστευε ότι είναι καλύτερο να δείχνεις πάντα τη δύναμη και το χαμόγελό σου.

Και, γρήγορα, έφτασε την ενηλικίωση. Χρονιά εξετάσεων και άγχους για όλους τους δεκαοχτάχρονους, εκτός από τον καλύτερό της φίλο, που το τελευταίο πράγμα που έγραψε, ήταν ότι δεν του άρεσε η ζωή του. Κι έτσι, την άφησε κι έφυγε. Δε θα μάθουμε ποτέ αν εκείνος είναι καλύτερα, αλλά ξέρουμε ότι η Μαρία το πέρασε κι αυτό μόνη της και αθόρυβα.

Θα πίστευε κανείς, ότι δεν υπήρχε κάτι χειρότερο να συμβεί στη ζωή ενός κοριτσιού που μόλις βγήκε απ’την εφηβεία του και θα έπρεπε να οργανώνει τη νέα του αρχή χαρούμενο και αισιόδοξο. Αλλά τα προβλήματα, συνέχισαν να έρχονται. Κατέληξε στο σπίτι της ο ναρκομανής θείος της, την ίδια περίοδο που αποφυλακίστηκε ο πατέρας του άτυχου ξαδέρφου της.

Το σπίτι γέμισε ξανά φωνές και φασαρία. Μέχρι να φτάσει το καλοκαίρι, ο θείος αρρώστησε και πέθανε, ενώ λίγο καιρό αργότερα τον ακολούθησε και η γιαγιά. Κάπου εκεί, ήταν και η πρώτη φορά που η πρωταγωνίστριά μας ξέσπασε. Έκλαψε, φώναξε και μίλησε στον πρώτο της έρωτα.

Μπορεί να τον ήξερε μόλις ένα μήνα, αλλά ήταν η πρώτη φορά που εκφράστηκε ελεύθερα σε κάποιον, που μίλησε ανοιχτά για όσα της συνέβησαν, που τον εμπιστεύτηκε αρκετά ώστε να τον αφήσει να τη δει ευάλωτη και να του επιτρέψει να προσπαθήσει να τη βοηθήσει. Άλλωστε, έχει αυτή την τάση ο έρωτας. Μας κάνει να πιστεύουμε ότι όλα μπορούμε να τα ξεπεράσουμε αν ο άνθρωπός μας είναι εκεί.

Ο δικός της όμως, έμεινε για λίγο. Άλλο ένα ατύχημα στη ζωή της Μαρίας, που της πήρε τον έρωτά της. Και, κάπου εκεί, πήγε περίπατο η δύναμη και η αυτοσυγκράτηση τόσων χρόνων. Καμία σκέψη δεν ήταν αρκετά παρήγορη, για να την κάνει να μείνει ψύχραιμη. Έκλαιγε τα βράδια, με το σώμα διπλωμένο, να μην πιστέψει και η ίδια ότι δεν άντεχε πια.

Προσπαθούσε τις μέρες, να γίνει αυτή που ήταν, να μη δείχνει τον πόνο της μήπως και τον πείσει να φύγει. Περνάει ακόμα δύσκολες μέρες και ακόμα δυσκολότερες νύχτες. Εκεί που δεν έχει από ποιον να κρυφτεί, αναγκάζεται να μιλήσει στον εαυτό της. Νομίζω όμως, ότι κάτι κατάφερε. Πίστεψε ότι για κάποιο λόγο συμβαίνουν όλα και ψάχνει να τον βρει. Αν έχει την παραμικρή σημασία, εγώ τη θαυμάζω.

 

Ήταν η ιστορία της Μαρίας για τη στήλη Your Stories Reloaded. Στείλε τη δική σου ιστορία εδώ.

Συντάκτης: Ιρρόη Καρυπίδου