paneri460

Γράφει η Αλεξάνδρα Α. 

 

Είναι ξημερώματα, έχεις γυρίσει από την έξοδό σου κι αντί να πέσεις για ύπνο κάθεσαι και βγάζεις την ψυχή σου σε ένα κομμάτι χαρτί. Ίσως να φταίει το ποτό. Ίσως είναι εκείνο που σε προτρέπει να σχηματίζεις λέξεις και προτάσεις με ζαλισμένα γράμματα που ούτε θα καταλαβαίνεις τι σημαίνουν αύριο το πρωί. Σίγουρα πάντως είναι εκείνο που σε φέρνει κάθε φορά αντιμέτωπο –ή και σύμμαχο– με τα συναισθήματά σου.

Αλήθεια, τι νιώθεις τώρα; Εκτός από τη ζαλάδα και την αναγούλα, νιώθεις τίποτα άλλο; Έχεις συναίσθηση των αισθημάτων σου; Εννοείται ότι έχεις. Είσαι χαρούμενη. Είσαι χαρούμενη γιατί είναι κι εκείνος.

Παρατηρούσες τα μάτια του όσο ήσασταν έξω και τα έβλεπες διάφανα. Μπορούσες να διακρίνεις τη χαρά του από ‘κει που πήγαζε. Έστω κι αν δεν ήσουν εσύ αυτή που κοιτούσε. Έστω κι αν η αιτία της δικής του χαράς δεν είχε καμία σχέση με σένα. Έστω κι αν η αιτία της δικής σου έχει πιαστεί πάνω του και δε λέει να ξεκουνήσει.

Δε θα πω ότι τη ζηλεύω που είναι μαζί του γιατί δεν το κάνω. Δε θα γκρινιάξω για την αδικία της όλης κατάστασης ούτε θα κλάψω μόνη μου στο μπάνιο για να μη με ακούσει κανείς. Δε θα πονάει η ψυχή μου κάθε φορά που θα αναφέρει μ’ εκείνον τον τρόπο το όνομά της, ούτε θα πίνω για να τον ξεχάσω.

Δε θα κάνω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο με τη θύμηση της εικόνας τους μαζί. Δε θα τον βρίζω, δε θα τον καταριέμαι. Ούτε εκείνη θα μισώ. Δε θα σκέφτομαι εκείνο το φιλί κάθε φορά που τον βλέπω. Δε θα φαντάζομαι πώς θα ήταν αν ήμασταν μαζί. Δε θα γράφω κείμενα γι’ αυτόν. Δε θα τον αγαπάω σαν γκόμενο. Ούτε σαν φίλο. Θα τον αγαπάω σαν άνθρωπο.

Θα επιλέξω να είναι εκείνος η έμπνευσή μου. Θα επιλέξω η χαρά του να γίνει και δικιά μου, η ευτυχία του κομμάτι μου. Θα επιλέξω να μείνω μακριά, ίσα-ίσα για να βλέπω εκείνη τη διαφάνεια. Να τη σιγοντάρω, να μην την αφήσω να χαθεί. Να είμαι αυτό το παράσιτο που θα τρέφεται από τα συναισθήματά του.

Κι όταν πλέον η χαρά του δε θα φτάνει για να μας καλύψει και τους δυο, θα πάω ακόμη πιο μακριά, να μη με ακουμπάει. Πρώτα όμως θα του αφήσω το απόθεμά μου. Αυτό που είχα φυλάξει μαζί μ’ εκείνη την ανατολή. Εκείνο το απόθεμα που έθαψα και που υποσχέθηκα ότι θα το μοιραζόμουν μαζί του για να μας κάνει ευτυχισμένους και τους δυο.

Πριν λοιπόν πάω και καθίσω εκεί που το βλέμμα του δε θα με φτάνει κι ούτε η χαρά του θα με επηρεάζει, θα του δώσω όλο μου το απόθεμα για να είναι ευτυχισμένος. Κι από ‘κει και πέρα ας το κάνει ό,τι θέλει. Ας το μοιραστεί και μ’ εκείνη, λίγο με ενδιαφέρει.

Δεν ξέρω αν όντως είμαι τόσο υπεράνω ή αν το παίζω. Αυτό που ξέρω είναι ότι λίγοι άνθρωποι σου βγάζουν την αίσθηση της ασφάλειας. Είναι λίγοι εκείνοι που όταν είναι στο δωμάτιο, γεμίζει η ψυχή σου οικειότητα. Αυτούς τους ανθρώπους λοιπόν, ούτε κακία μπορείς να τους κρατήσεις ούτε από τη ζωή σου μπορείς να τους βγάλεις.

Αυτούς τους ανθρώπους τους αγαπάς με κάθε μικρή υπόνοια ανιδιοτέλειας που έχεις μέσα σου. Αυτούς τους ανθρώπους τους αγαπάς όταν είναι στεναχωρημένοι, χαρούμενοι, απογοητευμένοι, ερωτευμένοι. Αυτούς τους ανθρώπους τους αγαπάς πάντα. Δε ζητάς ανταλλάγματα, μόνο χαρούμενους θες να τους βλέπεις. Ζητάς χαρά για να νιώσεις χαρά. Κι αυτό δεν το λένε μεγαλείο ψυχής, όχι. Αγάπη το λένε.

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!