paul701

Γράφει η Ράνια.

 

Το έβλεπα στα μάτια σου όποτε περνούσες από μπροστά μου, δήθεν από τύχη, είτε μόνος σου είτε με ‘κείνη. Ήθελες να με δεις, να δεις τι κάνω και πώς περνώ χωρίς εσένα. Είχες την ανάγκη να ξέρεις. Να ξέρεις πως ακόμα σε πονώ, ακόμα πενθώ την αγάπη μας, πως ακόμα με κρατάς και μ’ ένα νεύμα θα πέσω πάλι στα πόδια σου,  όποτε εσύ το θελήσεις. Σαν σουλτάνος στο χαρέμι του. Προσπαθούσα να το κρύψω το ρημάδι το σαράκι που με έτρωγε, δεν επρόκειτο ούτε στιγμή να γυρίσω το βλέμμα μου απάνω σου, απάνω σας. Ξέρεις, ο εγωισμός κι η αξιοπρέπεια.

Μα εσύ ήθελες να το στρίψεις κιόλας το μαχαίρι, και γύριζες τον κόσμο ανάποδα, τον δικό μας κι άλλους τόσους, για να σας βλέπω μαζί. Γλυκόπικρο το μαρτύριο. Πονούσε πολύ μεν, ήθελες να το δω δε. Αν ήσουν ευτυχισμένος, φίλε μου, και ζούσες τον απόλυτο έρωτα με το «άλλο σου μισό», όπως λες, δε θα είχες ανάγκη τις εκατό φωτογραφίες στα social media, ούτε το πέρα-δώθε στα μπαράκια που συχνάζω. Αν ήσουν ευτυχισμένος, φίλε μου, δε θα είχες την ανάγκη κανενός, παρά μόνο της ειλικρινούς αγάπης του ανθρώπου σου, του απαράμιλλου έρωτα και του ασυναγώνιστου πάθους σας. Αν ήσουν ευτυχισμένος, φίλε μου, δε θα κρυβόσουν από μένα σε κάθε σου πιοτό.

Το βλέπω στα μάτια σου. Δε σου στέρεψα, υπάρχω ακόμα σε κάποια γωνιά του μυαλού σου, μπορεί και κάπου πιο κεντρικά, ποιος ξέρει. Υπάρχω κάπου, τέλος πάντων. Και το ξέρω από αυτές τις οδυνηρές συναντήσεις μας σε κοινές παρέες. Στη δύση όταν έρχεσαι μόνος, και στην ανατολή όταν την φέρνεις μαζί σου. Άλλος άνθρωπος. Διαφορετικό βλέμμα. Δυσνόητη γλώσσα σώματος. Δεν είσαι εντάξει, φίλε μου, ο άνθρωπος που έχει σε τάξη τα συναισθήματά του γενικά, και προς τον καθένα ξεχωριστά, ξέρει πώς να φέρεται πάντα. Όχι μία έτσι και μία αλλιώς.

Και τότε, στο παλιό σου αυτοκίνητο, όταν μου έδωσες το τελευταίο φιλί, μου το πες πως εμείς οι δύο δεν τελειώσαμε. Να κι η ύστατη ελπίδα. Με κράτησε αρκετά. Για καιρό. Απ’ το παγωμένο καταχείμωνο στο πύρινο καλοκαίρι. Μα δεν άντεξα. Αθέτησα την υπόσχεσή σου. Δεν περίμενα άλλο. Προχώρησα, σκεπτόμενη τα γνωστά.

Και τι κατάλαβα; Τώρα που εγκλωβίστηκα σε μια σχέση με έναν άνθρωπο που με λατρεύει, κι εγώ κάτι νύχτες μοναξιάς σκέφτομαι εσένα; Τι νομίζεις, καλύτερη είμαι κι εγώ; Που ζητιανεύω από παντού πληροφορίες για σένα και για σας; Που δήθεν δε με νοιάζει, αλλά στην πρώτη αναφορά του ονόματός σου, στήνω αφτί να μάθω νέα σου; Που ταυτίζομαι με κάθε τραγούδι πόνου κι έρωτα ενώ είμαι –και καλά– σε σοβαρή σχέση, δηλώνοντας ευτυχισμένη;

Όχι, φίλε μου, ούτε εγώ είμαι εντάξει. Γιατί έρχεται το «αν» Μέτα. Κι αν, τελικά, περίμενα παραπάνω; Μια σταλιά υπομονή ακόμα. Θα την άφηνες για μένα όπως υποσχέθηκες; Κι αυτές οι υποσχέσεις, ρε παιδάκι μου, που ειπώθηκαν χωρίς deadline στο προσκήνιο. «Θα περιμένω, να δούμε πού θα βγει. Ίσως επιστρέψει». Κι εναποθέτεις τις ύστατές σου ελπίδες στο πολυπόθητο εγγύς μέλλον. Μέχρι πότε, όμως; Πονάει. Πρέπει να πάει. Να πάει εκεί που θα τελειώσει.

Να κάνει ο πόνος τον κύκλο του, για να σε ετοιμάσει για το επόμενο. Καταπνίγοντάς τον με νέες σχέσεις κι απόπειρες, ασφυκτιά. Κι εκρήγνυται. Αφήνει κομμάτια παντού απ’ την έκρηξη. Φωτιά και στάχτες. Κομμάτια και θρύψαλα. Μικρά. Τόσο δα, που δεν τα βλέπεις για να μπορείς να τα μαζέψεις. Δεν είναι πια στο οπτικό σου πεδίο, αλλά βρίσκονται μέσα απ’ το φράχτη που πλαισιώνει τη ζωή σου. Κι είναι παντού.

Γι’ αυτό άφησέ το να σε πονέσει μέχρι να επουλωθεί από μόνο του. Να κλείσει η πληγή φυσικά. Μπορεί να αφήσει σημάδι, αλλά δε θα πονάει πια, εξάλλου, οι αναμνήσεις κι οι εμπειρίες μας είναι αυτές που εδραιώνουν το είναι και την προσωπικότητά μας. Μην προσπαθήσεις με επιδέσμους να την κλείσεις. Μάταια. Η πληγή θα συνεχίσει να ματώνει, ώσπου το αίμα να στερέψει.

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!