Γράφει ο Ανδρέας.

 

Μιλάω στη φωτογραφία σου, εκεί φτάσαμε. Συνεχίζω σαδιστικά να ανοίγω εκείνον το φάκελο από τις διακοπές μας για να μπορώ να κοιτάζω το πρόσωπό σου ανενόχλητα. Ζουμάρω στα μάτια σου, στα χείλη σου, χαϊδεύω την οθόνη και σου μιλάω για ώρες. Τρείς το πρωί. Τέτοια ώρα θα κοιμόσουν στην αγκαλιά μου.

Δε με ακούς. Δε μου αξίζει και να με ακούσεις, εδώ που τα λέμε.

Σου λέω για τη μέρα μου, για τις επιτυχίες μου και για τα άγχη μου. Για την προαγωγή μου, που τόσο πολύ θα καμάρωνες. Σου μιλάω λες και είσαι εδώ. Καμιά φορά ορκίζομαι πως μου απαντάς κιόλας. Οι φωτογραφίες σου. Αυτό μου έμεινε από εσένα, μερικά megapixel ευτυχίας. Αυτό μου έμεινε και φταίω εγώ.

Φταίω που δε σου έδωσα την αγάπη που σου άξιζε. Επειδή περιφρονούσα τον πόνο σου όλα εκείνα τα βράδια που μου παραπονιόσουν πως κάτι δεν πάει καλά, τότε που ακόμα σε ενδιέφερε να το παλέψεις. Τότε που νόμιζα πως θα είσαι για πάντα εδώ, να με ανέχεσαι.

Φοβήθηκα, δεν υπάρχει λόγος να σου το κρύβω πια. Φοβήθηκα που τόσο εύκολα διάβαζες όλα όσα ήθελα να σου κρύβω, που σκάναρες τις αδυναμίες μου, που με τόσο θράσος τόλμησες να ακουμπήσεις τα τραύματά μου. Αφού σου φώναζα να μείνεις μακριά, γιατί δεν άκουγες; Όλα τα διάβασες, γιατί δε διάβασες την ανάγκη μου να φαίνομαι δυνατός ακόμα και τις στιγμές που σιωπηλά σου παραδεχόμουν πως δεν ήμουν;

Δεν έχει καν νόημα να σου ζητήσω συγγνώμη. Συγγνώμη για τι; Που δε σε άφησα να με αγαπήσεις; Που έδιωξα το μοναδικό άνθρωπο που βάφτισε αγάπη όλη αυτή τη σαπίλα που κρύβω μέσα μου; Ίσως δεν την άξιζα τόση ευτυχία, ίσως δεν μπόρεσα να καταλάβω τι είχα κάνει για να αξίζω δίπλα μου έναν άνθρωπο σαν εσένα.

Ίσως δε σου ζητάω συγγνώμη γιατί ξέρω πως θα με συγχωρήσεις. Γιατί η καρδιά σου είναι τόσο μεγάλη που θα με αγαπήσει από την αρχή και κάτι τέτοιο ίσως με έκανε να νιώσω ακόμα πιο λίγος απ’ όσο στάθηκα πλάι σου.

Αυτή είναι η τιμωρία μου, λοιπόν και θα τη δεχτώ, γιατί αυτό μου αξίζει. Να σε βλέπω από μακριά και να παριστάνω πως δε με πονάει που χαμογελάς πλέον για κάποιον άλλο. Να σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου για να μη με πάρει χαμπάρι ο περίγυρός μας, να χαραμίζω το κορμί μου εδώ κι εκεί, για να διαπιστώνω κάθε πρωί πως όσο με άγγιζες εσύ από απόσταση δεν μπορεί να με αγγίξει καμιά επαφή.

Μου λείπεις, μικρό μου, αυτό μου φύλαγες για το τέλος. Η νίκη είναι όλη δική σου. Μακάρι να μη σε είχα υποτιμήσει τόσο.

Τώρα όμως είναι αργά. Δε με παίρνει να ρωτάω για ‘σένα, δεν προσπαθώ να μάθω νέα σου. Μπορεί να ονόμασες τη συμπεριφορά μου αδιαφορία, εγώ όμως την ονομάζω αυτοσυντήρηση. Κι αν καμιά φορά αναφερθεί το όνομά σου στην παρέα κάνω πως δεν άκουσα, μπας και κρύψω αυτό που γίνεται μέσα μου. Δεν πρέπει κανείς να καταλάβει, μη μου κακιώνεις γι’ αυτό.

Εσύ όμως καταλαβαίνεις. Εσύ πάντα καταλάβαινες.

Δε θα γυρίσω μικρή μου, την ευκαιρία μου την έχασα εκείνο το βράδυ που σε έκανα κομμάτια. Δε θα γυρίσω επειδή τα μάτια σου μόλις στέγνωσαν κι εγώ δεν έχω δικαίωμα να τα ξανακάνω να δακρύσουν. Να δακρύσουν για ποιον άλλωστε; 

Δε θα γυρίσω, για να σου δώσω την ευκαιρία να ζήσεις την πραγματική ευτυχία, γιατί η ευτυχία σου δεν ήμουν εγώ. Δε με εμπιστεύομαι, δε διακινδυνεύω να σε ξανακαταστρέψω και δέξου το αυτό σαν το μοναδικό δώρο που αξιώθηκε να σου προσφέρει ένας δειλός σαν εμένα.

Άσε με στα ρηχά, στον εύκολο έρωτα και στα φθηνά χάδια. Αυτά μου αξίζουν, δεν είμαι για παραπάνω. Και ούτε που κατάλαβα ποτέ γιατί προσπαθούσες να με πείσεις τόσο καιρό για το αντίθετο, τι στο διάολο είδες σε ‘μένα που σε έκανε να ξοδέψεις μάταια τόση ψυχή για να με κρατήσεις.

Όπως και να ‘χει σ’ ευχαριστώ, γιατί πάντα θα τη φοράω γαλόνι την αγάπη σου, γιατί πάντα καμαρώνω όταν δήθεν αδιάφορα αναφέρω στις παρέες πως κάποτε ήσουν δικιά μου. Καμαρώνω, γιατί  είσαι ο υπέροχος άνθρωπος που είσαι και ντρέπομαι για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Γιατί όλα θα ήταν αλλιώς αν η μαγκιά μου δεν ήταν μόνο στα λόγια.

Κοιμήσου, μικρή μου, εύχομαι εκείνος να σε αγαπάει περισσότερο απ’ όσο εγώ. Να με ξεχάσεις, να μη με θυμίζει τίποτα πια. Μόνο να μην το μάθω. Αυτό εύχομαι κάθε μέρα. Βλέπεις; Μέχρι κι εδώ μικρόψυχος είμαι.

Κοιμήσου, δε θα σε ενοχλήσω. Θα περάσει κι αυτό το βράδυ και το πρωί θα δείχνω πάλι δυνατός, όπως πάντα. Κι αν σε δω στο δρόμο ίσως ξεγελάσω μέχρι κι εσένα. Αν και δεν το νομίζω. Γιατί εσύ ξέρεις.

Καληνύχτα μικρή μου. Μου έδωσες το τέλος που μου άξιζε.

 

Επιμέλεια Κειμένου: Πωλίνα Πανέρη