Γράφει ο Γρηγόρης.

Γνωριστήκαμε στο μάθημα γαλλικών, μου είπες πως έχω χαριτωμένη προφορά και γέλασες με τον πιο γάργαρο τρόπο όταν συλλάβισα λάθος  ακόμα και το «je m’appelle». Μου είπες «με λένε Ανδρομάχη» όταν αφήσαμε τα θρανία κι ήθελα να σου πως αν θέλεις να  μάχεσαι μαζί μου, εγώ θα είμαι ευτυχισμένος.

Βγήκαμε πρώτο ραντεβού για παγωτό και το γυρίσαμε σε κοκτέιλ χωρίς αλκόολ· δεν έπινες. Δεν έπινες ποτέ σου, μεθούσες με τη ζωή σου, τόση αγάπη, τόσο ενθουσιασμό, τόσο έρωτα με την καθημερινότητα δεν είχα ξαναδεί και προς έκπληξή μου, τον βρήκα κι εγώ μαζί σου. Δεν έλεγες ποτέ «ήταν απαίσια στη δουλειά» έλεγες «αύριο θα είναι καλύτερα». Δε φώναζες, μου ζητούσες ένα λεπτό να ηρεμήσεις και γυρνούσες πίσω με τα χέρια ανοιχτά. Αλλά πριν από αυτό, βγήκαμε κι άλλα ραντεβού.

 

 

Στο δεύτερο ραντεβού λοιπόν, έμαθα πως φορούσες πάντα πολύχρωμες κάλτσες -πριν γίνουν της μόδας-, κι έπαιρνες μόνη σου λουλούδια στον εαυτό σου. Δε ζητούσες συγγνώμη όταν λέρωνες το πιγούνι σου με σοκολάτα κι έδινες σε κάθε άστεγο έστω και 10 λεπτά. Σταματούσες πάντα ν’ ακούσεις τους μουσικούς στο δρόμο κι αν κάποιος τους έλεγε ζητιάνους εξαγριωνόσουν.

Στο τρίτο ραντεβού κατάλαβα πως ήταν πολυτέλεια και σπατάλη για σένα ο freddo espresso από μαγαζί κάθε πρωί, τα εισιτήρια για μουσεία, θέατρα, βιβλία και συναυλίες ποτέ, ήταν επένδυση. Κατανόησα τον τρόπο που γυρνάνε τα όμορφα γρανάζια στο μυαλό σου, βρήκα τις στροφές τους, πίστεψα σ’ αυτές. Πίστεψα εξίσου στο κρύο χιούμορ σου και τις πεποιθήσεις σου για την κλιματική αλλαγή, τον φεμινισμό και τον φροϋδισμό.

Στο τέταρτο ραντεβού σου μίλησα εγώ, σου είπα πως θέλω μαζί σου όλα τα ραντεβού του κόσμου και πάψαμε να μετράμε. Αποφασίσαμε να αφήσουμε τους αριθμούς στην άκρη γενικότερα, γιατί το φόρτε μας ήταν οι λέξεις· όταν δεν ήταν οι πράξεις. Όσες φορές και να βγήκαμε πάντως, υπήρχε πάντα μία σταθερά, αναλλοίωτη πάντα, ήταν η ευτυχία σου με τα πιο μικρά, τα πιο όμορφα.

Όπως και να έχει, θα ήταν καλά αν είχα κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία να πω τώρα. Αν η αλήθεια περιλάμβανε εμένα να σε απατάω, εσένα να αλλάζεις 360 μοίρες και να μην αντέχεσαι ή μια δουλειά στην άλλη άκρη της γης να μπαίνει ανάμεσά μας. Αλλά δεν έγινε έτσι κι για αυτό ήταν δυσκολότερο. Εγώ δεν ήθελα άλλη αισιοδοξία, ήθελα πραγματικά να γκρινιάζω για τη δουλειά μου, εσύ βαριόσουν εύκολα την γκρίνια και τα παράπονα, ήθελες όλη μέρα ηρεμία και δε δεχόσουν πως μια στο τόσο θα τύχει να υψώσω τη φωνή μου στους φίλους μου όταν με νευριάζουν. Εγώ δεν καταλάβαινα τα τραύματά σου και την ανάγκη σου για γαλήνη κι ησυχία.

Εγώ σταμάτησα να διαβάζω Τολστόι για χάρη σου κι εσύ δεν ξαναπάτησες στο γυμναστήριο. Όταν έβαζα ροκ, έβαζες ακουστικά κι όταν έβλεπα τηλεόραση πήγαινες στο δωμάτιο. Εγώ δε σε βοηθούσα με τις δουλειές στο σπίτι κι κάθε Τετάρτη 8-10 έπαιζα παιχνίδια με τα παιδιά στον υπολογιστή, ακόμη κι αν δε με είχες δει όλη μέρα.

Ρουτινιάσουμε μόνοι μας και πονέσαμε μόνοι μας, γιατί δε γουστάραμε να πούμε εξαρχής πως όσο μοναδικοί κι αν ήμασταν κι οι δύο, ήμασταν η μέρα με τη νύχτα. Ήσουν ένα τροπικό πλάσμα που ήρθε για χάρη μου να μείνει σε δάσος κι ήμουν ο λύκος που ονόμασε το βελανίδι, παπάγια· και πίστεψε πως θα δουλέψει. Εν τέλει σου ζητάω να ξέρεις μόνο πως σ’ αγάπησα, ακόμη κι αν ήταν μέγεθος μετρήσιμο τα ραντεβού μας.

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου