Γράφει ο Μιχάλης.

«Ποιο είναι το θέμα σου;»

Here’s the thing. Δε μου αρέσει η ζωή που ζω. Και σκέψου ότι η ζωή μου είναι κάργα διαφορετική από αυτή των περισσοτέρων της ηλικίας μου. Έχω εξασφαλισμένη δουλειά για 3 χρόνια ακόμα, πληρώνομαι κάθε 15 μήνα, θα πάω σε ένα μήνα δεύτερη φορά στη Νέα Υόρκη, έκανα την κάβλα μου επάγγελμα, έχω φαΐ στο πιάτο μου, κρεβάτι μέτριο, αλλά υπάρχει. Όταν μιλάω και με ακούς να λέω ότι δε μ’ αρέσει, θα ανοίξεις το στόμα σου να πεις κι εσύ το κομμάτι σου, γιατί έχεις μάθει να θαυμάζεις όταν ακούς ότι ο άλλος σπουδάζει Αμερική.

Here’s the thing. Οι φίλοι μου δουλεύουν για τρεις κι εξήντα 8ωρα κι 9ωρα, να εξυπηρετούν κακομαθημένα λαμόγια και ξεπεσμένους αριστοκράτες, που δεν έχουν λεφτά να φτιάξουν τα δόντια τους γιατί οι χρυσές μασέλες τελείωσαν και κάπως πρέπει να πουλάνε μόστρα. Οι φίλοι μου πληρώνουν φόρους, μιζέριασαν και κρύβονται τα βράδια γιατί οι μαύροι κύκλοι απ’ τη δουλειά δε φεύγουν όσο κι αν τρίψεις. Είναι οι ίδιοι που φωνάζουν ότι βολευτήκαμε στα κάτω πατώματα και βλέπουν για πρόοδο το σκαλί κι όχι τον όροφο. Δε θα βγουν στη σύνταξη ποτέ κι ερωτεύονται σαν να μην υπάρχει αύριο. Ή έχουν παγώσει τόσο μέσα τους που ο έρωτας τους παράτησε κι έγιναν περίεργοι δορυφόροι του. Πάντα λίγο νωρίς ή λίγο αργά, πάντα το σήμερα γιατί το αύριο σπάνια είναι χειρότερο.

Here’s the thing. Οι φίλοι μου με βρίζουν που θέλω να γυρίσω. Οι φίλοι μου με αγαπούν, αλλά δεν ξέρουν ότι αν αφαιρέσεις νοίκι και λογαριασμούς κι ένα σωρό μαλακίες που πληρώνω για να μοιάζω και να νιώθω Αμερικάνος -αλλά δεν είμαι Αμερικάνος όσο και να μου το λένε- όταν πληρώσω όλες τις μαλακίες, με το ζόρι μου μένει η σοκολάτα, ο καφές, και μια ομπρέλα που παλεύω να πάρω 2,5 χρόνια, αλλά πάντα υπάρχει ένα βιβλίο που προηγείται στη λίστα με τις προτεραιότητες.

«Και γιατί γυρίζεις;»

Here’s the thing. Γιατί ένα πράγμα με σώζει μόνο στη μέση του πουθενά που είμαι, με το παγωμένο γρασίδι και τα πρωινά που φεύγω απ’ το σπίτι πολύ πριν δω τον ήλιο να ανατέλλει, πολύ πριν δω πόσο ατελείωτο γαμημένο ουρανό έχει εδώ πέρα. Ένα πράγμα που, ίσως με κρατήσει, πολύ πριν δω πόσο υπέροχα μέτρια ζω κι αναπνέω, λες και δεν έφυγα 4 χρόνια τώρα απ’ την πόλη που αγαπούσα, αυτή που μύριζα την αρμύρα της, τις κοπάνες απ’ τη σχολή για την παραλία, το θέατρο, την ανάσα και το χαμόγελο σε βραδινές βόλτες.

Μόνο που γύριζα νωρίς και τώρα δε θέλω να πάω πίσω σε εκείνη· μεγάλωσα, δε θέλω να θυμάμαι ότι τότε ήμουν -αισθανόμουν- τέλειος κι ας γαμιόταν το σύμπαν γύρω μου. Κι ας έκανε ο τόπος ό,τι μπορούσε για να με διώξει, κλωτσιές επαναλαμβανόμενες στον κώλο μέχρι να πάρω μια βαλίτσα και να φύγω.

Here’s the thing. Οι φίλοι μου λένε να μη γυρίσω. Θα γίνω σαν αυτούς, λένε. Θα μπλέξω στη μιζέρια και μετά πώς να ξεφύγω από ‘κει. Θα γίνω κι εγώ άλλος ένας «Καλημέρα, αφεντικό!» να πέσει ο μισθός χωρίς ένσημα κι «Η ελπίδα πάει. Αυτή μας τέλειωσε ένα καλοκαίρι» κι ύστερα πάλι να κρύβω πτυχία γιατί δε θα νιώθουν άνετα να ξέρω περισσότερα από αυτούς και δε θα γίνομαι μαλάκας για τον κάθε μπάρμπα που του έδυσε ο ήλιος και τώρα είναι εκσυγχρονιστής.

Here’s the thing. Θα ήθελα να είμαι στην Αθήνα να τη βλέπω να καπνίζει κι είναι αστείο, το μισώ κι όμως σε ‘κείνη βλέπω τα σχήματα στον καπνό ενώ βγαίνει απ’ τα χείλη της και σαν να βλέπω φλόγες να χορεύουν στο σκοπό της μουσικής της. Και τι να πεις σε τέτοιες αποστάσεις να μη γίνεις Ρετιρέ, κάθε 2 μέρες, καθησυχαστικά προβλέψιμο, μέχρι να χάσει ό,τι λάμψη έχεις χτίσει; Άρα σιωπή με δειλές διακοπές.

Here’s the thing. Έχω να δώσω κι έχω τόσα πολλά μαζεμένα που κάποια στιγμή θα στα πω· λίγα-λίγα μην τρομάξεις, αλλά θα ακούσεις, χωρίς να βιάζομαι. Θέλω να έρθω γιατί συνήθισα το δίχως –δίχως σπίτι, δίχως τους φίλους μου, δίχως τον έρωτα, δίχως να βγεις να βρεις εκείνο το μαγαζί που νιώθεις σαν στο σπίτι σου ανοιχτό κι ο σερβιτόρος σε ξέρει με το όνομά σου, δίχως εκείνον τον αριθμό που θα πάρεις και θα πεις «Ρε μαλάκα, έλα από δω δεν είμαι καλά». Δίχως τον αριθμό οδού, εκείνης που μια μέρα θα έρθω από κάτω και θα της πω «Κατέβα να πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι και μην ξεχάσεις δύο μπίρες.»

Here’s the thing. Εσύ ψάχνεις σπίτι, μπορεί να βρήκες κιόλας δεν ξέρω, και εγώ ψάχνω εσένα. Ψάχνω εκείνο το «μαζί» που δεν είχα, που θέλω, και που ζητάω με όλα τα κύτταρά μου. Να δώσω στη δουλειά, να δώσω στους φίλους, να δώσω σε σένα. Να δώσω και ξέρω ότι θα πάρω στο πολλαπλάσιο, γιατί μην ακούς τι σου λένε, οι άνθρωποι δεν είναι τόσο σκατά -αν τους δώσεις λίγο καφέ και λίγο φαΐ θα σου δείξουν τι αξίζουν.

Here’s the thing. Θα έρθω με καφέ κι αναπτήρα για σένα, με βιβλία για μένα. Θα βρω το σπίτι μου στην πόλη, θα βρω τους φίλους που αγαπώ, κι ας είναι χιλιόμετρα μακριά, δε θα με χωρίζουν θάλασσες, βουνά και μισός κόσμος από αυτούς. Θα γυρίσω και νομίζω δε θα ξαναφύγω.

Here’s the thing. Τρέλα είναι να κάνεις συνεχώς το ίδιο πράγμα και να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα. Έρωτας είναι να κάνεις τα πάντα και να μη σου αρκούν ποτέ αν δίπλα σου δεν κοιμάται αυτός που κατοικεί στα όνειρά σου. Και θυμός είναι να μην μπορείς να δράσεις βάσει των επιθυμιών σου, όταν η δική σου χρυσή φυλακή είναι το όνειρο των άλλων.

Here’s the thing. Έχω 500 σελίδες διάβασμα αυτό το Σαββατοκύριακο και 75 γραπτά να διορθώσω.

Here’s the thing. Μη με ξαναρωτήσεις γιατί γυρίζω.

 

Επιμέλεια κειμένου: Νικολέττα Βασιλοπούλου