Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις λέει ο Μπουσκάλια. Να ζεις, ν’ αγαπάς και να διαολοστέλνεις θα πω εγώ που ο κόσμος μου δεν είναι τόσο αγγελικά πλασμένος, όσο του κυρίου. Τρία ρήματα, τρεις έννοιες και μόνο ένας τρόπος ζωής, αν θέλεις να μην καταπιέζεσαι και να μην καταπιέζεις.

Να ζεις. Ξέρεις τι διαφορά της ζωής από την επιβίωση; Στη δεύτερη ίσα που τα καταφέρνεις. Επιβιώνεις μίζερα και βαρετά και ξενυχτάς μπροστά σε μια οθόνη και λιώνεις σ’ έναν καναπέ και όσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι την κατάντια σου, τόσο πιο δύσκολο σου φαίνεται να βγεις απ’ αυτόν το βούρκο. Στην πρώτη ενθουσιάζεσαι, ερωτεύεσαι, ξενυχτάς γελώντας, πίνεις, δοκιμάζεις νέα πράγματα, γεμίζεις εμπειρίες και ιστορίες. Ψάχνοντας τον εαυτό σου ανακαλύπτεις κι άλλους. Κάνεις ό,τι κάνει την ψυχή σου να γελάει γιατί η ζωή είναι μικρή κι εσύ είσαι ταξιδιώτης.

Ν’ αγαπάς. Πολύ και δυνατά. Να παθιάζεσαι και να δίνεις αυτά που νιώθεις, χωρίς να τα τσιγκουνεύεσαι. Η καρδιά είναι το μόνο πράγμα που όσο το μοιράζεσαι, μεγαλώνει. Σταμάτα πια να μαζεύεσαι και να κλείνεσαι στο καβούκι σου χρησιμοποιώντας πάσης φύσεως δικαιολογίες. Κι αν πληγώθηκες κάποια φορά, αν έδωσες το μέσα σου κάπου που δεν άξιζε, δεν έγινε και κάτι. Το έμαθες κι αυτό, το έζησες, όλα μες στο παιχνίδι είναι. Κι αν το καλοσκεφτείς, αν αγαπάς θα βγαίνεις πάντα νικητής σ’ αυτό το παιχνίδι, ακόμη κι αν νιώθεις πως έχασες.

Να ζεις και ν΄αγαπάς, γιατί το ένα χωρίς το άλλο, δε γίνεται. Αν νομίζεις πως έζησες ενώ δεν έχει αγαπήσει, γελιέσαι οικτρά. Αν νομίζεις πως ο χρόνος περνά και η ζωή χάνεται γρήγορα, ενώ η καρδιά σου χτυπά δυνατά, επίσης γελιέσαι οικτρά.

Κι αν ζήσεις κι αγαπήσεις, να μάθεις και να διαολοστέλνεις. Γιατί όλα τα ξέρουμε, εκτός απ’ το να βγάζουμε ανθρώπους που μας έχουν κάνει κακό απ’ τη ζωή μας. Περίεργα πλάσματα που είμαστε ε; Τους δοτικούς, αυτούς που δε μας πείραξαν ποτέ και μας τα χάρισαν όλα, τα σιγουράκια ντε, τους απομακρύνουμε σιγά-σιγά. Κι αν όχι όλους, σίγουρα το έχουμε κάνει με κάποιους. Αυτούς που επιμένουν να μας δείχνουν ξανά και ξανά πως δεν αξίζουν τους τραβάμε με νύχια και με δόντια να μείνουν στη ζωή μας. Με το ζόρι, με το έτσι θέλω, γιατί εμείς έχουμε κι άλλα να τους δώσουμε κι ας ξέρουμε από την αρχή ότι θα πάνε χαμένα.

Ώρες ώρες μας πιάνει και το εγωιστικό κι αφού δώσαμε εμείς, θα μείνουν μέχρι να δώσουν κι εκείνοι. Άλλες φορές τους κρατάμε για να τους «φτιάξουμε», να τους «στρώσουμε». Λες και υπάρχει άνθρωπος χαλασμένος ή άνθρωπος-χαλάκι, που θα τον στρώσεις και θα είσαι εντάξει. Και είμαστε τόσο αλαζόνες που ακόμα κι αν αυτό γινόταν, θα ήμασταν εμείς αυτοί που έχουν τη «γιατρειά», αυτοί που με το αλάνθαστο ένστικτό τους θα διόρθωναν τους υπόλοιπους.

Κι άλλες φορές κρατάμε όσους μας πληγώνουν, γιατί θεωρούμε πως η φυγή τους θα μας πονέσει περισσότερο. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι είναι μόλυνση και αν μολυνθεί το δάχτυλο και δεν το κόψεις, σύντομα θα χρειαστεί να κόψεις ολόκληρο το χέρι για να μείνεις ζωντανός.

Ο κόσμος αυτός δυστυχεί γιατί δεν ξέρει να ζει, δεν έχει μάθει ν’ αγαπά και δεν καταλαβαίνει ποιους να διαολοστέλνει.

 

Συντάκτης: Σοφία Καλπαζίδου