Κάθε σχέση που βιώνουμε στη ζωή μας είναι μια μικρή ανίχνευση του βαθύτερου εγώ μας. Ο τρόπος που δημιουργείται, που εξελίσσεται και προχωρά μέσα στο χρόνο είναι, θα λέγαμε, και μια ένδειξη του χαρακτήρα μας, μιας και μέσα από αυτήν ανοίγουμε όλα τα χαρτιά μας, τα φανερά και τα κρυφά. Κατά τη διάρκειά της ξεδιπλώνουμε στοιχεία του εαυτού μας, που πολύ πιθανόν να μην έχουμε αποκαλύψει σε άλλους ανθρώπους του περίγυρού μας. Ακόμα μπορεί κι εμείς οι ίδιοι να μην τα έχουμε ανακαλύψει ή να μην τα έχουμε αποδεχτεί. Συνεπώς, ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε σε μια σχέση κρύβει πολλά μυστικά για τις ανάγκες, τις πεποιθήσεις και τους φόβους μας.

Αν ανήκεις κι εσύ στην κατηγορία των ανθρώπων που αισθάνονται ότι συνεχώς απομακρύνουν απ’ το πλευρό τους εκείνους που αγαπούν, έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό; Οι λόγοι που κάνουν έναν άνθρωπο να φύγει από κοντά μας –όταν δεν υπάρχει προδοσία ή ο έρωτας δεν έχει τελειώσει– είναι πάνω-κάτω οι ίδιοι σε κάθε περίπτωση.

Η ζήλια. Ένα συναίσθημα πρωτόγονο που βρίσκεται μέσα σε κάθε έμβιο ον. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δε ζήλεψε κάτι έστω για μία φορά στη ζωή του. Υπάρχει, όμως, άνθρωπος που το διαχειρίστηκε και δεν κατέστρεψε τον εαυτό του. Η ζήλια όταν ξεπερνά τα όρια μπορεί να γίνει διαβολικά καταστροφική για την ύπαρξή μας την ίδια εκτός απ’ τη σχέση. Γινόμαστε αδύναμοι, εμμονικοί, με παράλογες σκέψεις κι απαιτήσεις, με αποτέλεσμα να χάνουμε τη γοητεία μας και κάτι από εκείνη την αξία που έχουμε θεσπίσει για τον εαυτό μας. Μειώνεται η αυτοπεποίθησή μας και μετατρεπόμαστε σε αξιολύπητα πλάσματα που δεν έχουμε δική μας ζωή πέρα απ’ το σύντροφό μας.

Η κτητικότητα, τώρα, μπορεί να ταυτίζεται και με τη ζήλια, μπορεί όμως κι όχι. Ο άνθρωπος που είναι κτητικός χρειάζεται να νιώθει συνεχώς την επιβεβαίωση και τη διασφάλιση ότι ο σύντροφος του τού ανήκει απόλυτα κι ολοκληρωτικά. Η συναναστροφή με πολύ και διαφορετικό κόσμο μέσα στην καθημερινότητά του καθιστά τον κτητικό σύντροφο εκτεθειμένο, μιας και συνεχώς ζει με το φόβο και το άγχος ότι κάποιος άλλος θα αρπάξει αυτό που εκείνος ποθεί τόσο απεγνωσμένα να έχει δικό του.

Κι έρχεται κι ο έλεγχος, που ίσως πηγάζει απ’ το αίσθημα της ζήλιας, σίγουρα όμως είναι αποτέλεσμα της έντονης κτητικότητας. Το να θες να γνωρίζεις συνεχώς πού πήγε και τι έκανε ο σύντροφός σου μέσα στην ημέρα ή με ποιον μίλησε και τι είπε, πέρα από εντελώς ουτοπικό (μέσα στην ημέρα συναναστρεφόμαστε πολλά και διαφορετικά άτομα σε διάφορες συνθήκες) είναι και ψυχοφθόρο. Δημιουργείται ένα έντονο άγχος κι απ’ τις δύο μεριές σχετικά με την παραμικρή κίνηση που ενδεχομένως να θεωρηθεί μεμπτή.

Οι τρεις αυτοί παράγοντες δημιουργούν έντονα προβλήματα, που στο μυαλό του πιεσμένου συντρόφου φαντάζουν άλυτα και καθιστούν τη ζωή κοντά σε έναν τέτοιο άνθρωπο αφόρητη. O Thich Nhat Hanh έχει πει πως «πρέπει να αγαπάς με τέτοιο τρόπο, ώστε ο άνθρωπος που αγαπάς να νιώθει ελεύθερος». Το θέμα είναι να είμαστε η επιλογή του άλλου κι όχι ο βραχνάς κι ο φόβος του. Να μπορεί να εκφράζει όλα όσα νιώθει χωρίς να πρέπει να τα φιλτράρει, ώστε να μην παρεξηγηθούν. Η σκέψη του θα πρέπει να μοιράζεται καθαρή κι αβίαστη σαν να μιλά στον εαυτό του.

Όταν έχουμε φυτέψει το φόβο πως θα κάνει κάτι κι εμείς θα ενοχληθούμε, νιώθει ανίκανος να ζήσει μαζί μας εκείνα που ονειρεύεται. Το σημαντικό που πρέπει να ανακαλύψουμε βαθιά μέσα μας είναι το γιατί αφήνουμε όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα να μας κυριεύουν όταν νιώθουμε πραγματική αγάπη.

Ο φόβος του να χάσω αυτό που τόσο αγαπώ είναι ίσως το πρώτο αγκάθι που φωλιάζει μέσα μας. Μήπως τελικά φοβόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό; Μήπως ακόμη κι ο φόβος για την ευτυχία καραδοκεί;  Μερικές φορές είναι πιο εύκολο να μιζεριάζουμε και να κατηγορούμε την κακή μας μοίρα απ’ το να ανοίξουμε τα μάτια και να δούμε την ευτυχία κατάματα. Εκείνοι που μας αγαπούν και μας το δείχνουν αξίζουν το καλύτερο κι αφού τους αγαπάμε γιατί να μην τους το χαρίσουμε;

 

Συντάκτης: Μαρία Αθανασοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη