Και κάθομαι και σκέφτομαι, τι είναι τελικά το απωθημένο για έναν έρωτα; Να έχεις αγγίξει το όνειρο έστω για λίγο ή να έχεις μείνει σε μια γωνία και να το κοιτάς να περνά και να φεύγει; Να του κουνάς το μαντήλι ή να μαίνεσαι με τις μικρές σας στιγμές; Άτιμο πράγμα το κοινό παρελθόν. Σε πιάνουν τα γιατί, ψάχνεις απαντήσεις, τρελαίνεσαι, στριφογυρίζεις μέσα στα σκεπάσματα τα βράδια κι αναρωτιέσαι πού μπορεί να είναι. Κι αν όχι με μένα, με ποια;

Ο έρωτας δε δαμάζεται όσα χαλινάρια κι αν του βάλεις. Κι ο έρωτας που έχει μείνει μισός, μένει για πάντα μισός γεμίζοντάς σε με απωθημένα. Σου έχει τύχει ποτέ να κοιτάξεις κάποιον μέσα στα μάτια και να σκεφτείς: «Ήθελα να ήσουν ο δικός μου άνθρωπος». Κι αφού περνάγαμε τόσο καλά, γιατί εγώ κι εσύ κρατήσαμε τόσο λίγο;

Ξέρεις και σε αυτού του είδους τις καταστάσεις μερικές φορές γνωρίζεις πως θα μείνουν μισάνοιχτες οι πόρτες, πως θα πάτε, θα έρθετε, θα πείτε καμία βλακεία να περάσει το βράδυ, θα σου δώσει ελπίδες, θα νομίσεις πως ίσως τελικά θέλει κάτι παραπάνω, αλλά η πόρτα ποτέ δε θα κλειδώσει. Και γιατί να κλειδώσει; Μόνο όσα τελειώνουν κλειδώνουν κι εμείς -εσείς, αυτοί- δεν τελειώσαμε ποτέ. Κι, άραγε, θα υπάρξει ποτέ η στιγμή που θα ιδωθούμε και δε θα με πιάσει το παράπονο; Θα υπάρξει ποτέ η στιγμή που θα κοιταχτούμε κατάματα και δε θα φέρω εικόνες στο μυαλό μου; Για σένα δεν ξέρω, ποτέ δεν ήξερα.

Κι ενώ γνωρίζω πως παλεύω για ένα τίποτα, σε βλέπω σαν να είσαι το παν. Το παν που κάνει σβούρα στη ζωή μου, το παν που περνά με 200 χλμ την ώρα και μερικές φορές δεν κάνει στάση ούτε για νερό. Είπα άπειρες φορές πως κουράστηκα να σε αγαπάω, πως δε μου αξίζει όλο αυτό. Έκλαψα, κοπανήθηκα, ζήτησα μια φιλική συμβουλή, μα στο τέλος καμία δεν ακολουθούσα. Στο τέλος απλά όλοι καταντούσαν γραφικοί κι εγώ έμοιαζα να απολαμβάνω το δράμα μου. Χωμένη στα σκατά, έτσι θα με παρουσίαζα.

Θυμώνω με μένα. Γιατί κάθε φορά λέω θα είναι τελευταία και κάθε φορά υποκύπτω στο ίδιο το λάθος. Κάθε φορά σκάβω μόνη μου το λάκκο μου όλο και πιο βαθιά. Θυμώνω και μαζί σου που ενώ με αγαπάς αφήνεις στη μέση κάτι που είναι πιο πάνω από εμάς.

Εγωιστής. Αυτό είσαι. Ένας σκατομαθημένος εγωιστής που αγαπήθηκες πολύ κι όλη αυτή την αγάπη δεν είχες ιδέα πώς να την διαχειριστείς. Ξέρεις πολύ καλά πως όλο αυτό μπορεί να με διαλύσει κι όμως γουστάρεις επιβεβαίωση. Είναι άρρωστο να θες να παίζεις με τα συναισθήματα του άλλου. Ρε φίλε, αν δεν αγαπάς, απλά τα παρατάς και προχωράς. Αλλά όχι, εσύ απλά φοβάσαι. Τον εαυτό σου πρώτα από όλα κι έπειτα όσα νιώθουμε. Η ιστορία μας θα μένει πάντα στη μέση. Πάντα θα τρυπώνεις στη ζωή μου σαν τον κλέφτη και θα φεύγεις πριν καν το καταλάβω.

Δε σε συγχωρώ. Εγώ ξέρω πως όποιος αγαπάει αληθινά, μπορεί. Δεν αφήνει ιστορίες στη μέση. Παίρνει φόρα κι ό,τι γίνει. Δε δειλιάζεις μπροστά στην αγάπη. Είναι η μοίρα που σου χτυπά την πόρτα κι εσύ της την κλείνεις. Κι αν τόσο θες την ελευθερία σου τότε μάθε να ζεις μόνο με αυτήν από δω και πέρα. Εκείνη να σε νοιαστεί, να σε φροντίσει, να σ΄αγαπήσει.

Δεν ξέρω τελικά με ποιον απ’ τους δυο μας τα βάζω πιο πολύ. Το σίγουρο είναι πως το να μπλέκεσαι σε τέτοιες ιστορίες είναι απλά καταστροφικό. Πως πρέπει να βρει ο ένας απ’ τους δυο τη δύναμη να πει τέλος. Δεν τον θέλω άλλο τέτοιον έρωτα. Με καταστρέφει.

Ημιτελής έρωτας ή αλλιώς ο έρωτας του «σου χρωστάω και μου χρωστάς μία τελευταία αγκαλιά». Κι εσύ θα είσαι πάντα το άλλο μου μισό που με άφηνες μισό.. Ή έλα για μια φορά ολόκληρος ή σήκω φύγε να μη σε ξαναδώ.

 

Συντάκτης: Λυδία Κεραμιώτη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη