Υπάρχει ένας ιδιαίτερος τρόπος να κοιτάζεις τον άνθρωπο που αγαπάς. Δεν είναι απλώς το βλέμμα της επιθυμίας ούτε η πρώτη ματιά του ενθουσιασμού. Είναι ένα βλέμμα βαθύ, γεμάτο τρυφερότητα, θαυμασμό και περηφάνια. Τον παρατηρείς ενώ μιλά, ενώ γελά, ενώ κάνει κάτι απλό, και μέσα σου γεννιέται αυθόρμητα η σκέψη: «Τι όμορφος άνθρωπος που είναι». Εκεί, ίσως, βρίσκεται ένα από τα πιο αληθινά σημάδια του έρωτα: στο ότι εξακολουθείς να τον καμαρώνεις.
Να καμαρώνεις για τον άνθρωπό σου σημαίνει να φωτίζονται τα μάτια σου όταν τον κοιτάς. Να χαμογελάς χωρίς να το καταλαβαίνεις όταν τον ακούς να μιλά για κάτι που αγαπά. Να τον βλέπεις ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους και το βλέμμα σου να επιστρέφει πάντα σε εκείνον, όχι από ανασφάλεια ή ανάγκη, αλλά επειδή η παρουσία του εξακολουθεί να σε τραβά. Σαν να αναγνωρίζεις κάθε φορά μέσα στο πλήθος τον δικό σου άνθρωπο και να νιώθεις μια ήσυχη χαρά που είστε μαζί.
Τον καμαρώνεις όταν παρατηρείς τον τρόπο που στέκεται απέναντι στη ζωή. Όταν βλέπεις την προσπάθειά του, ακόμη κι αν κανείς άλλος δεν τη γνωρίζει. Όταν θυμάσαι πόσο κουράστηκε για να φτάσει εκεί όπου βρίσκεται και γνωρίζεις τις μάχες που έδωσε σιωπηλά. Οι άλλοι μπορεί να βλέπουν μόνο ένα αποτέλεσμα, ένα χαμόγελο ή μια επιτυχία. Εσύ, όμως, βλέπεις ολόκληρη τη διαδρομή. Και γι’ αυτό το βλέμμα σου έχει μεγαλύτερη αξία: επειδή γνωρίζει, καταλαβαίνει και αναγνωρίζει. Αυτό το καμάρι δε σημαίνει ότι τον θεωρείς αλάνθαστο ή ιδανικό. Δεν αγαπάς μια τέλεια εικόνα που έχεις δημιουργήσει στο μυαλό σου. Βλέπεις καθαρά τις αδυναμίες του, τις δύσκολες ημέρες, τα λάθη και τις αντιφάσεις του. Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, δε χάνεις τον θαυμασμό σου. Εξακολουθείς να διακρίνεις την καλοσύνη, τη δύναμη, την ευαισθησία και την αλήθεια του. Το βλέμμα που καμαρώνει δεν εξιδανικεύει· αναγνωρίζει την πραγματική αξία του άλλου και την αγαπά συνειδητά.
Μπορεί να τον καμαρώνεις όταν πετυχαίνει κάτι μεγάλο, αλλά ακόμη περισσότερο στις μικρές, καθημερινές στιγμές. Όταν φροντίζει έναν άνθρωπο, όταν κρατά τον λόγο του, όταν συμπεριφέρεται με ευγένεια εκεί όπου κανείς δεν τον παρατηρεί. Όταν επιστρέφει κουρασμένος και, παρ’ όλα αυτά, βρίσκει χώρο να σε ακούσει. Τον κοιτάς τότε και νιώθεις περηφάνια, όχι για κάτι εντυπωσιακό που έκανε, αλλά για τον χαρακτήρα του. Για τον τρόπο που υπάρχει στον κόσμο και για τον τρόπο που επιλέγει να είναι δίπλα σου.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να συνηθίζεις έναν άνθρωπο και στο να συνεχίζεις να τον βλέπεις. Η καθημερινότητα κάνει τα πρόσωπα οικεία, τις κινήσεις προβλέψιμες και τις στιγμές επαναλαμβανόμενες. Ο έρωτας, όμως, αντέχει όταν η οικειότητα δε μετατρέπεται σε αδιαφορία. Όταν δεν περνάς απλώς δίπλα του, αλλά σταματάς ακόμη να τον παρατηρήσεις. Όταν το γνώριμο πρόσωπό του δεν γίνεται αόρατο, αλλά παραμένει το πρόσωπο στο οποίο ξεκουράζεται το βλέμμα σου.
Και ο άλλος έχει ανάγκη να νιώθει αυτό το βλέμμα επάνω του. Όχι ένα βλέμμα που ελέγχει, κρίνει ή απαιτεί, αλλά ένα βλέμμα που λέει χωρίς λόγια: «Σε βλέπω. Ξέρω ποιος είσαι. Σε καμαρώνω κάθε μέρα». Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μαζί για χρόνια, αλλά έχουν πάψει να βλέπουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Και υπάρχουν άλλοι που, με μία μόνο ματιά, θυμίζουν στον σύντροφό τους την αξία του. Μερικές φορές αυτό αρκεί για να του δώσει δύναμη να συνεχίσει. Ίσως ο έρωτας αρχίζει να χάνεται όταν αλλάζει αυτό το βλέμμα. Όταν στη θέση του θαυμασμού έρχεται η απαξίωση, στη θέση της τρυφερότητας η αδιαφορία και στη θέση της περηφάνιας η μόνιμη κριτική. Γιατί δεν αρκεί να λες ότι αγαπάς κάποιον, αν κάθε ματιά σου τον μικραίνει. Η αγάπη χρειάζεται να κάνει τον άλλον να αισθάνεται ορατός, πολύτιμος και επιθυμητός, όχι διαρκώς ανεπαρκής. Χρειάζεται να του θυμίζει ότι, παρά τη φθορά του χρόνου, εξακολουθείς να ξεχωρίζεις κάτι μοναδικό μέσα του.
Τελικά, ο έρωτας αντέχει όσο κοιτάζεις τον άνθρωπό σου και νιώθεις ακόμη εκείνη τη γλυκιά περηφάνια. Όσο θέλεις να τον ακούς, να τον παρατηρείς, να χαίρεσαι με το φως του. Όσο το πρόσωπό σου αλλάζει όταν εμφανίζεται και τα μάτια σου προδίδουν όσα ίσως δε λες συχνά με λέξεις. Να αγαπάς είναι και αυτό: να κοιτάζεις έναν γνώριμο άνθρωπο ύστερα από χρόνια και να σκέφτεσαι με την ίδια συγκίνηση: «Αυτός είναι ο άνθρωπός μου». Όχι σαν να σου ανήκει, αλλά σαν να αισθάνεσαι βαθιά ευγνωμοσύνη που οι δρόμοι σας συναντήθηκαν.
