Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ρώτησε αν θέλαμε ένα ή δύο κλειδιά.

«Δύο», είπα εγώ.
«Ένα αρκεί», είπες εσύ.

Μας χαμογέλασε με την υπομονή που κρατούν οι άνθρωποι για τα ζευγάρια που διαφωνούν μπροστά τους. Έβγαλε δύο κάρτες και τις ακούμπησε δίπλα στις ταυτότητές μας. Η βέρα σου χτύπησε στο μάρμαρο όταν τις μάζεψες. Τη δική μου την είχα γυρίσει με την πέτρα προς τα μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν την είχα βγάλει. Είχα θεωρήσει αυτή τη λεπτομέρεια κάποιου είδους αξιοπρέπεια.

«Το πρωινό σερβίρεται μέχρι τις δέκα και μισή.»

Κοίταξα εσένα. Εσύ κοίταζες τον φάκελο με τον αριθμό του δωματίου.

Είχαμε οργανώσει εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα, δύο διαφορετικές δικαιολογίες και μια κράτηση. Δεν είχαμε οργανώσει το πρωί. Στο ασανσέρ σταθήκαμε δίπλα δίπλα, κοιτώντας τους αριθμούς. Κρατούσες τη μικρή μου βαλίτσα. Δε με είχες ξαναδεί με βαλίτσα. Μέχρι τότε εμφανιζόμουν στη ζωή σου με την τσάντα στον ώμο και μια ώρα αναχώρησης ήδη συμφωνημένη.

«Πολύ ήσυχη είσαι», είπες.

«Σκέφτομαι αν πήρα τον φορτιστή.»

Ήταν τόσο πρόχειρο ψέμα που γύρισες και με κοίταξες.

Το δωμάτιο είχε δύο ποτήρια, μια πολυθρόνα και κουρτίνες που δεν έκλειναν καλά. Άφησες τη βαλίτσα μου στη βάση της κι έμεινες όρθιος. Είχαμε φτάσει επιτέλους κάπου όπου δε χρειαζόταν να κοιτάμε την πόρτα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ξέραμε τι να κάνουμε με τόση άδεια.

Πήγα στο παράθυρο. Απέναντι, κάποιος πότιζε τις γλάστρες του με μια κανάτα. Ένα πεζό, εκνευριστικά κανονικό απόγευμα.

«Μπορείς ακόμη να μου πεις ότι θέλεις να γυρίσουμε», είπες πίσω μου.

Γύρισα.

«Θέλω να σταματήσεις να στέκεσαι τόσο μακριά.»

Πλησίασες. Σε έπιασα από το πέτο και σε τράβηξα στο τελευταίο βήμα. Με φίλησες κι ακούμπησα πίσω στον τοίχο, δίπλα στην κουρτίνα. Όταν απομακρύνθηκες ελάχιστα, σε κράτησα από το σακάκι. Είχα ετοιμάσει τόσες δικαιολογίες για να έρθω. Μπροστά σου δε μου έβγαινε ούτε πρόταση.

«Απόψε δε θα κοιτάς συνέχεια την ώρα», σου είπα.

Έβγαλες το ρολόι σου χωρίς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω μου. Το ακούμπησες στο περβάζι. Αυτόν τον μικρό ήχο τον θυμάμαι ακόμη.

Ύστερα γέλασες πάνω στο στόμα μου.

«Τι;» σε ρώτησα.

«Ακόμη με κρατάς από το σακάκι.»

«Το ξέρω.»

Χαλάρωσα τα δάχτυλα, αλλά δεν κατέβασα το χέρι.

«Κοίτα με», σου είπα.

Με κοίταξες. Για λίγα δευτερόλεπτα δε σε φίλησα. Ήθελα να σε δω να μένεις χωρίς να χρειάζεται να σε κρατάω.

Αργότερα άνοιξες τη βαλίτσα σου και έβγαλες ένα παλιό γκρι μπλουζάκι. Το αναγνώρισα από μια φωτογραφία διακοπών με την οικογένειά σου. Έκανα πως έψαχνα κάτι στο νεσεσέρ. Δεν είχες φέρει μόνο καθαρά ρούχα. Κι εγώ είχα βάλει τις πιτζάμες μου διπλωμένες όπως τις άφηνα κάθε πρωί στο δικό μας κρεβάτι.

Παραγγείλαμε φαγητό στο δωμάτιο. Όταν χτύπησαν, πήγες να ανοίξεις και γύρισα από συνήθεια προς το μπάνιο, έτοιμη να κρυφτώ. Με είδες. Δεν το σχολίασες. Ο σερβιτόρος άφησε τον δίσκο και μας ευχήθηκε καλό βράδυ. Έμεινα στη μέση του δωματίου μέχρι να κλείσεις.

«Εδώ μπορούμε να φάμε μαζί», είπες.

Κάθισα στην πολυθρόνα κι εσύ στην άκρη του κρεβατιού. Μου έδωσες το μεγαλύτερο πιρούνι, κράτησες το μικρό. Έφαγες από το πιάτο μου χωρίς να ρωτήσεις. Σου είπα ότι κλέβεις τις καλύτερες πατάτες και για λίγο σε μάλωσα για κάτι που επιτρεπόταν να πω δυνατά.

Μετά ήρθε η ώρα των τηλεφωνημάτων.

Βγήκες στο μπαλκόνι. Εγώ κάθισα στο μπάνιο, στο κλειστό καπάκι της λεκάνης, και είπα στον άντρα μου ότι ήμουν κουρασμένη. Με ρώτησε αν είχα φάει. Είπα ναι. Μου ευχήθηκε καληνύχτα με τη φωνή που ήξερα τόσα χρόνια. Δεν είχε αλλάξει εκείνος τον τρόπο που μου μιλούσε. Εγώ είχα αλλάξει δωμάτιο.

Όταν βγήκα, είχες μαζέψει τα πιάτα.

«Όλα καλά;»

Έγνεψα. Δε σε ρώτησα το ίδιο. Το κινητό σου έμεινε στην παλάμη σου λίγη ώρα ακόμη.

Όταν ξαπλώσαμε, πέρασες το χέρι σου γύρω από τη μέση μου κι εγώ γύρισα προς το μέρος σου. Ήξερα εκείνη την κίνηση. Αυτό που δεν ήξερα ήταν τι θα έκανες όταν θα νύσταζες. Αν θα με κρατούσες ή θα γύριζες από την άλλη. Σε είχα φιλήσει χωρίς να διστάσω κι όμως τώρα δίσταζα να βάλω το κεφάλι στον ώμο σου. Το ακούμπησα τελικά και περίμενα. Τόση τόλμη για να κλείσουμε ένα δωμάτιο. Τόση αμηχανία για να χωρέσω δίπλα σου.

«Σε βολεύει έτσι;» ρώτησα.

Με τράβηξες λίγο πιο κοντά. Δεν απάντησες αμέσως.

«Δεν το έχω συνηθίσει», είπες τελικά.

Άφησα το κεφάλι μου εκεί. Δεν ήξερα αν μου είχες πει κάτι τρυφερό ή κάτι που έπρεπε να προσέξω.

Ξύπνησα πριν από σένα. Το ένα σου χέρι κρεμόταν έξω από το κρεβάτι. Οι κουρτίνες άφηναν μια λωρίδα φωτός πάνω στη βαλίτσα μου. Σε κοίταξα χωρίς την πίεση να προλάβω, κι αυτό ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενα.

Στις εννιά με ρώτησες αν πεινούσα.

«Να κατεβούμε;»

Το είπα κοιτώντας το μπλουζάκι σου. Περίμενα να προτείνεις να φέρουν κάτι επάνω.

«Ναι. Δώσε μου πέντε λεπτά.»

Στην αίθουσα του πρωινού διάλεξα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. Πήγες για καφέ κι έμεινα με τα χέρια στα γόνατα. Πέρασες ανάμεσα σε οικογένειες και ζευγάρια κρατώντας δύο φλιτζάνια. Κανείς δε γύρισε να μας κοιτάξει.

Ακούμπησες τον καφέ μπροστά μου.

«Ζάχαρη;»

Δεν ήξερες.

Άνοιξα ένα φακελάκι και το άδειασα στο φλιτζάνι. Ήξερες πώς να με κάνεις να χάσω τα λόγια μου. Δεν ήξερες πώς έπινα τον καφέ μου. Μέχρι χθες αυτή η συμφωνία με βόλευε. Τώρα σε κοιτούσα και περίμενα να προσέξεις πόση ζάχαρη έβαλα. Αν με ρωτούσες τι ήθελα, θα σου έλεγα πως ο καφές ήταν μια χαρά.

Στη ρεσεψιόν επέστρεψα και τις δύο κάρτες. Η κοπέλα ρώτησε αν περάσαμε όμορφα κι απαντήσαμε ταυτόχρονα «ναι», αυτή τη φορά χωρίς διαφωνία.

Στον δρόμο της επιστροφής αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα όταν σταμάτησες στο φανάρι, λίγο πριν από το σημείο όπου είχα αφήσει το αυτοκίνητό μου.

«Φτάσαμε», είπες.

Έβγαλα τη ζώνη, αλλά δεν άνοιξα αμέσως την πόρτα.

«Έναν καφέ με μία ζάχαρη», σου είπα.

Με κοίταξες.

«Για να μη με ξαναρωτήσεις.»

Πήρα τη βαλίτσα μου πριν προλάβεις να μου πεις αν θα χρειαζόταν.

Συντάκτης: Virtual Unreality