Αλλάξαμε ώρα. Πότε θα αλλάξουμε ρυθμούς;

Κερδίσαμε μία ώρα. Συγχαρητήρια. Τώρα προλαβαίνουμε να βάλουμε άλλο ένα πλυντήριο.

Την Κυριακή 25 Οκτωβρίου γυρίσαμε τα ρολόγια μία ώρα πίσω. Το κινητό το έκανε μόνο του, χωρίς να μας ζητήσει άδεια. Εμείς, πάλι, για να καθίσουμε δέκα λεπτά χωρίς να κάνουμε τίποτα, νιώθουμε ότι πρέπει να υποβάλουμε αίτηση. Και να εξηγήσουμε τι ακριβώς μας κούρασε τόσο.

Έχει κάτι σχεδόν κωμικό ο ενθουσιασμός για εκείνη την επιπλέον ώρα ύπνου. Την υποδεχόμαστε σαν επιστροφή χρημάτων από μια ζωή που μας χρεώνει διαρκώς. Εξήντα λεπτά. Αρκετά για να νιώσουμε τυχεροί, τόσο εξαντλημένοι που έχουμε γίνει. Κι ύστερα ανοίγουμε τα μάτια και αρχίζει η απογραφή: τι έμεινε από χθες, ποιος περιμένει απάντηση, τι πρέπει να προλάβουμε πριν τελειώσει η Κυριακή.

Γιατί ο ελεύθερος χρόνος μάς φέρνει σε αμηχανία. Μόλις εμφανιστεί ένα κενό, κάτι βρίσκουμε να του φορτώσουμε. Μια δουλειά που εκκρεμεί, ένα τηλεφώνημα που χρωστάμε, μια εξυπηρέτηση που δεχτήκαμε επειδή «έλα μωρέ, πέντε λεπτά θα πάρει». Τα πέντε λεπτά των άλλων έχουν αξιοθαύμαστη άνεση με τη δική μας μέρα. Απλώνονται παντού.

Και κάπως έτσι γινόμαστε άνθρωποι που λένε «θα τα πούμε με την ησυχία μας» για μήνες. Πίνουμε τον καφέ όρθιοι, απαντάμε «καλά, τρέχω» σχεδόν πριν ακούσουμε την ερώτηση και αγκαλιάζουμε κάποιον με το ένα χέρι, γιατί στο άλλο κρατάμε το κινητό. Το βράδυ ξαπλώνουμε δίπλα στον άνθρωπό μας και ξεκινά η πιο σταθερή κουβέντα της σχέσης: ποιος θα κάνει τι αύριο. Ο έρωτας περιμένει να τελειώσει η σύσκεψη.

Δεν λείπει πάντα η επιθυμία. Κάποιες φορές λείπει ένα απόγευμα που να μη φτάνουμε ο ένας στον άλλον σαν τελευταία εκκρεμότητα. Ένα φιλί που να μη διακοπεί από το χρονόμετρο του φούρνου. Μια βόλτα χωρίς να συνδυάζεται με σούπερ μάρκετ. Έχουμε γίνει εξαιρετικοί στο να χωράμε δύο υποχρεώσεις στην ίδια διαδρομή. Η χαρά, όμως, όλο μένει για την επόμενη.

Βέβαια, το «ρίξε λίγο τους ρυθμούς σου» λέγεται πολύ εύκολα από κάποιον που δεν θα πληρώσει το νοίκι σου. Υπάρχει ο άνθρωπος που δουλεύει δεύτερη βάρδια, εκείνος που φροντίζει έναν άρρωστο, ο γονιός που δεν έχει πού να αφήσει το παιδί ούτε για μια ανάσα. Για αυτούς, η ξεκούραση χρειάζεται χρήματα, βοήθεια, ανθρώπους να μοιραστούν το βάρος. Η κούρασή τους δεν διορθώνεται με ένα αρωματικό κερί και μια συμβουλή να βάλουν τον εαυτό τους πρώτο.

Αλλά υπάρχουν κι εκείνες οι μικρές στιγμές που μπορούμε να διαλέξουμε και πάλι σηκώνουμε το χέρι: θα το κάνω εγώ. Θα απαντήσω τώρα. Θα περάσω κι από εκεί. Όχι επειδή περισσεύει χρόνος, αλλά επειδή έχουμε συνηθίσει να μας βρίσκουν διαθέσιμους. Κι όταν κάποτε πούμε «δεν μπορώ», αρχίζουμε μόνοι μας τις διευκρινίσεις, λες και χρειάζεται να αποδείξουμε ότι η εξάντλησή μας είναι αρκετά σοβαρή.

Το ίδιο κάνουμε και με την ξεκούραση. Την υποσχόμαστε στον εαυτό μας μόλις τελειώσουν όλα. Μόλις αδειάσει το καλάθι, καθαρίσει η κουζίνα, απαντηθούν τα μηνύματα, τακτοποιηθεί η εβδομάδα. Και μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η μικρή τελετή, έχει νυχτώσει. Πιάνουμε το κινητό για λίγο και καταλήγουμε να χαζεύουμε ανθρώπους που φαίνεται να έχουν χρόνο ακόμη και να φωτογραφίζουν την ηρεμία τους. Εμείς έχουμε ξανά δουλειά το πρωί.

Φαντάσου να καθίσεις ενώ υπάρχουν ακόμη πιάτα στον νεροχύτη. Να χτυπήσει το κινητό και να τελειώσεις πρώτα την κουβέντα σου. Να φιλήσεις τον άνθρωπό σου και να ξεχάσεις για λίγο ότι τελείωσε το γάλα. Μικρά πράγματα, σχεδόν αστεία. Κι όμως, έχουμε φτάσει να τα διαπραγματευόμαστε σαν πολυτέλειες.

Τα ρολόγια γύρισαν πίσω. Τα απογεύματα που περάσαμε λέγοντας «μόλις τελειώσω» δεν έχουν αυτή τη ρύθμιση.

Συντάκτης: Virtual Unreality