Τίποτα χειρότερο σ’ έναν χωρισμό απ’ το να συνηθίζεις την απουσία του άλλου και να μάθεις να ζεις με αυτή. Δε σου λείπει πια. Δεν υποφέρεις πια. Να εθίζεσαι στην απώλεια. Να αρχίσει να διαγράφει το μυαλό αυτοβούλως, χωρίς τη συγκατάθεσή σου.

Τόσος κόπος, τόσα αισθήματα να μεταφράζονται σε πόνο και χαμένο χρόνο. Η μνήμη να γίνεται αδύναμη. Ξεχνάς μυρωδιές και αγγίγματα. Ξεχνάς όλες τις λεπτομέρειες που σε έδεναν με τον άνθρωπο αυτό και τον έκαναν από ξένο, τον άνθρωπό σου.

«Κλαίω γιατί σε ξέχασα και όχι που δεν σ’ έχω» που λέει ένα τραγούδι,

«που ζήσαμε μαζί τόσα πολλά και πια δε γνωριζόμαστε» που λέει κι ένα άλλο.

Να μη θυμάσαι τίποτα. Τίποτα. Ούτε γέλια, ούτε χαρές, ούτε λύπες. Να μη θυμάσαι γιατί τον διάλεξες κι ο χρόνος να χάνει το νόημα του. Ούτε αύριο αλλά ούτε και χθες. Ίσως να είναι και άμυνα του οργανισμού αυτή, για να μπορέσεις να προχωρήσεις.

Λύτρωση για κάποιους. Όντας ξένος ο άλλος, άγνωστος, ένας απ’ τους πολλούς, σε διευκολύνει. Σε απελευθερώνει, σου λύνει τα σχοινιά. Το περίεργο είναι ότι όσο επώδυνη κι αν ακούγεται ή φαίνεται η διαδικασία, δεν είναι τόσο όσο φοβόμαστε.

Κι αφήστε τους αιθεροβάμονες να λένε, κανείς δεν πέθανε από έρωτα.

Απλά ξυπνάς ένα πρωί κι ο εσωτερικός, σκληρός δίσκος έχει αδειάσει. Περίπου όπως και στην «αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού». Διαγραφή και τερματισμός λειτουργίας. Πάμε αλλού.

Όταν συνηθίζεις την απουσία απομένουν μόλις λίγα χιλιοστά για να συμπληρωθεί ένας πλήρης κύκλος, ο κύκλος του κλεισίματος. Γι’ αυτό κι εκείνα τα τελευταία χιλιοστά είναι που δυσκολεύεσαι περισσότερο να βηματίσεις. Δύο μπροστά κι ένα πίσω, ρυθμός αργόσυρτος, νωχελικός.

Επίμονες οι στιγμές, σε τραβούν σε όσα η μνήμη ξεκινά να ξεθωριάζει αλλά η συνείδηση με το στανιό επιβάλλει. Και τρομάζεις. Θεέ μου πόσο τρομάζεις!

Δεν αφήνεις μόνο έναν έρωτα, σκορπάς μαζί του κομμάτια του εαυτού σου. Προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν, υποσχέσεις που δεν ευοδώθηκαν.

Και τελικά αν το καλοσκεφτείς αυτό που σε πονά δεν είναι η απώλεια του άλλου, αλλά η απομάκρυνση απ’ το μελλοντικό μαζί. Γι’ αυτό όταν συνηθίζεις την απουσία του άλλου, χέρι-χέρι με την προδοσία έρχεται και μια ανακούφιση. Rewind στη ζωή που είχες πριν.

Δειλά δειλά απ’ την ακρούλα θα ξεμυτίσουν κάτι χόμπι ξεχασμένα, δυο φίλοι που θυμίζουν κάτι απ’ τα παλιά, μπαρότσαρκες τα ξημερώματα, τσιπουράδικα, χαμόγελα, φευγάτες χειραψίες.

Κι όταν ξημέρωμα θα πέφτεις στο κρεβάτι κουρασμένος κι ωσότου το ξαναγεμίσεις, μέχρι να αποκοιμηθείς την απουσία θα ξεσυνηθίζεις.

Μη φοβάσαι. Παραίσθηση ήταν. Το πρωί θα συνηθίσεις.

 

Συντάκτης: Γεωργία Χατζηγεωργίου