Είναι κατάρα και ευλογία μαζί να γεννήθηκες και να μεγάλωσες σε πόλη με θάλασσα.

Μάθαμε να ζούμε κονσερβοποιημένοι μέσα στα σπιρτόκουτα που μας πασάρανε για σπίτια. Κλείσαμε τους εαυτούς μας σε μικρόκοσμους και δεν καταφέρνουμε ούτε καν να βγάλουμε τα κεφάλια μας έξω από το παράθυρο για να μην έρθουμε φάτσα φόρα με τη ζωή του απέναντι και νοιαστούμε λιγάκι. Και τώρα προσπαθούμε να προσαρμόσουμε την όραση μας στις μουντές αποχρώσεις της πόλης. Μα πόσο γκρι να αντέξουν κι αυτά τα μάτια; Πάντα θα ψάχνουν το γαλάζιο.

Εκεί τρέχουμε όλοι κυνηγημένοι από τα προβλήματα μας. Λες και μπροστά στη θέα της ο χρόνος σταματά να κυλά για λίγο. Εκείνα τα δευτερόλεπτα ο μικρόκοσμος σου φαντάζει πιο όμορφος και επεκτείνεται μήπως κι αγγίξει λιγάκι τη γραμμή του ορίζοντα για να γίνεις ένα μαζί του. Τελικά δεν υπάρχεις μόνο εσύ σε αυτόν τον κόσμο.

Όλες οι σκέψεις σου ξετυλίγονται μία προς μία νοερά μπροστά σου. Τώρα μπορείς να σκεφτείς πιο καθαρά. Λες και το νερό της ξεπλένει στις σκοτούρες και τα μπερδέματα. Τώρα έχεις την ευκαιρία να στήσεις στην όχθη της όλα αυτά που σε κουράζουν, να τους δώσεις μια γερή κλωτσιά με όλη σου τη δύναμη και να τα στείλεις μεμιάς στο βυθό.

Ζούμε για εκείνα τα ανοιξιάτικα πρωινά, όταν ανοίγει ο καιρός και ξεχύνονται όλοι σε αδιάκοπα «πέρα- δώθε» πλάι της. Για εκείνα τα χειμωνιάτικα απογεύματα που επιλέγουμε να απολαύσουμε έναν καφέ στο χέρι μόνο και μόνο για να πάρουμε μια γεύση από το καλοκαίρι που αργεί ακόμα παρά την παγωνιά. Για εκείνα τα ζεστά βράδια του καλοκαιριού που παρά τις προσπάθειες της ασφάλτου να μας ψήσει, εμείς αράζουμε εκεί και σβήνουμε τη δίψα μας με μπίρες από το περίπτερο και άλλα συναφή δροσιστικά.

Εκείνα τα βράδια δίπλα στη θάλασσα βγαίνουν όλα στη φόρα. Κανένα θέμα δεν είναι πλέον ταμπού. Τα πάντα συζητιούνται χωρίς φόβο και πάθος. Οι παρέες αρχίζουν τις αμπελοφιλοσοφίες και επιδιώκουν να δώσουν απάντηση στα άλυτα ερωτήματα της ανθρωπότητας. Τι είναι ο άνθρωπος; Υπάρχουν φαντάσματα; Να στείλω ή να μη στείλω; Θα φάω πάλι κουβά στο στοίχημα ή θα πιάσω κανένα σιγουράκι;

Το καλύτερο μέρος για να ερωτευτείς και να χαρίσεις τα πρώτα φιλιά είναι η θάλασσα. Η πασαρέλα για να μας δείξουν τα ζευγαράκια πόσο ερωτευμένα είναι περπατώντας χέρι- χέρι λουσμένα στο φως του ηλιοβασιλέματος. Ίσως λίγο ακατάλληλο για να εκμυστηρευτείς στη σχέση σου την κουτσουκέλα σου καθώς η απειλή «θα σε πνίξω» γίνεται εύκολα πραγματικότητα.

Δεν μπορούμε να ζήσουμε σε πόλη χωρίς θάλασσα. Πείτε το κουσούρι! Πείτε το αδυναμία! Είμαστε εθισμένοι με το υγρό στοιχείο και με εκείνη την αίσθηση ή κάποιες φορές ψευδαίσθηση της ελευθερίας που μας προσφέρει. Τα θυσιάζουμε όλα για τη σιγουριά ότι όταν βρούμε τα σκούρα μια βόλτα δίπλα της θα μας προσφέρει τις λύσεις και την κάθαρση που ζητάμε.

Συνεχώς το μαλλί θα φριζάρει παρά τις προσπάθειες σου να παραμείνει ίσιο στην πόλη που μαστίζεται από την υγρασία αλλά δε σε απασχολεί. Συνεχώς οι συνθήκες ουρλιάζουν να φύγεις σε μέρη πέρα από τον ορίζοντα που αντίκριζες από παιδί για ένα καλύτερο μέλλον. Όπου και να πας, ένα πράγμα μόνο θα εύχεσαι από μέσα σου. Να έχεις στον προορισμό σου πρόσβαση στο απέραντο γαλάζιο. Διαφορετικά θα χρειαστείς έναν καλό ψυχοθεραπευτή.

 

Επιμέλεια κειμένου Θεοδώρας Μαρίας Βένου: Ελευθερία Παπασάββα

Συντάκτης: Θεοδώρα Μαρία Βένου