Πάει καιρός απ’ την τελευταία φορά που ένιωσα ότι μου λείπεις. Επομένως, με σόκαρε λιγάκι το γεγονός ότι το πρώτο νούμερο που μου ήρθε να πληκτρολογήσω εντελώς αβίαστα μόλις έμαθα για εκείνη τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου, ήταν το δικό σου. Ούτε που καταλάβαινα τι στο διάολο μου συνέβαινε. Απλά ικέτευα το σύμπαν να βάλει το χεράκι του για να σε συναντήσω τυχαία.

Θα σε κοιτούσα ψυχρά και τάχα μου αδιάφορα, θα σου απαριθμούσα ένα-ένα τα κατορθώματά μου. Θα φαινόταν σαν να ήθελα απλά να σου δείξω ότι όχι μόνο τα βγάζω πέρα μόνη μου χωρίς εσένα, αλλά τα καταφέρνω περίφημα. Κι όλο αυτό το θεατράκι γιατί είμαι περισσότερο εγωίστρια απ’ όταν με γνώρισες. Στην ουσία όμως, γνωρίζω πολύ καλά ότι σου χρωστάω ένα «ευχαριστώ», ένα μπράβο και μία συγνώμη.

Ένα «ευχαριστώ» για όλες εκείνες τις στιγμές που έφτασα στα πρόθυρα να τα παρατήσω, εσύ πίστεψες σε εμένα ή τουλάχιστον αυτό μου έδειχνες. Για εκείνες τις περιπτώσεις που χρειαζόμουν ένα γερό ταρακούνημα για να κατέβω απ’ το ροζ συννεφάκι μου και με έπειθες να παρατήσω στην άκρη τα υπερφίαλα όνειρα, παρουσιάζοντας τόσο κυνικά την πραγματικότητα που κάποιες φορές τρόμαζα. Μόνο για λίγο γιατί ήξερα ό,τι και να συνέβαινε, θα το περνούσαμε μαζί.

Ένα μπράβο γιατί όντως το περνούσαμε μαζί. Ο ώμος που έκλαψα κι η αγκαλιά που έχωνα το πρόσωπό μου για να κρατήσω τσίλιες στις δυσκολίες. Φτου και βγαίνω και βλέπω έναν άνθρωπο που είχε πάντα μία συμβουλή, σωστή ή λάθος, δεν έχει σημασία. Τόσο ξένος πλέον, χωρίς το δικαίωμα να του μιλήσω, λες και το «χώρια» μας τον φίμωσε.

Μία συγγνώμη γιατί δεν το παραδέχομαι πλέον ότι μου έκανες καλό. Συνήθισα να θυμάμαι τα ατοπήματά σου κι επέλεξα να ξεχάσω πόσο ωραία ήταν τότε. Εθίστηκα στον ισχυρισμό ότι βγήκα η χαμένη. Έπαιξα καλά το ρόλο του θύματος γιατί αυτόν μου επέβαλαν φίλοι και γνωστοί. Δεν υπολόγισα όμως πόσα βήματα πίσω θα βρισκόμουν στη ζωή μου αν δε σε γνώριζα ποτέ, όπως ευχήθηκα πολλές φορές. Κι όχι, δεν προσέχω τι εύχομαι.

Τα αστεία μας τα χρησιμοποιώ ακόμα για να γελάω, αλλά δεν έχουν τίποτα να θυμίζουν από εσένα. Το κρεβάτι μου δεν είναι πλέον μισοάδειο, αλλά μισογεμάτο κι απλώνομαι, άμα θες να ξέρεις, πολύ καλύτερα. Και το τελευταίο κομμάτι απ’ την αγαπημένη μου σοκολάτα που πάντα φρόντιζες να μου κλέβεις, είναι επιτέλους μόνο δικό μου.

Κουβαλάω πλέον τα ψώνια μόνη μου, αφού είναι πλέον μισά κι αυτά. Βρίζω λίγο παραπάνω, σιχαίνομαι ακόμα τις ουρές και τις αναμονές, αλλά στέκομαι πλέον υπομονετικά. Αφού τα κατάφερνες εσύ, εγώ γιατί να μην μπορώ; Εξακολουθώ να χάνω το τηλεκοντρόλ και τα βάζω πλέον μόνη μου με τον εαυτό μου. Και κάθε φορά που καίω το φαγητό, το πετάω και παραγγέλνω χωρίς να ακούω την γκρίνια σου.

Λείπεις όμως από όλες εκείνες τις προσπάθειες που αρχίσαμε μαζί και τις τελείωσα μονάχη. Το βλέμμα μου σε ψάχνει στα ωραία και σε χρειάζεται στα δύσκολα. Δεν είσαι ανάγκη απ’ τις καθημερινές, αλλά η πολυτέλεια που στερούμαι και τώρα παλεύω απεγνωσμένα να αναπληρώσω, αλλά μάταια.

Χωρίς καν να έχω ξεχωρίσει το «ξεπερνάω» απ’ το «θυμάμαι». Δε σε μνημονεύω πλέον στα μεθύσια μου, αλλά στα σημαντικά και στα μεγάλα. Στα μικρά και καθημερινά, τα βγάζω πέρα μόνη μου.

 

Συντάκτης: Θεοδώρα Μαρία Βένου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη