Φέρε για λίγο στο μυαλό σου έναν άνθρωπο που δηλώνει πως έχει πληγωθεί· ενδέχεται να είναι κάποιο απ’ τα αδέρφια σου, ένας απ’ τους κολλητούς σου, γιατί όχι κι εσύ ο ίδιος. Όλοι μας μπορεί να έχουμε υποφέρει για χίλιους δυο διαφορετικούς λόγους, όλοι όμως συμφωνούμε στο εξής, πως ήμασταν αδιαμφισβήτητα απ’ την κακή πλευρά της τραμπάλας, πως ό,τι μας συνέβη ήταν άδικο, πως τα πράγματα δεν έπρεπε να πάρουν αυτήν την τροπή, πως μας κλάπηκε, τέλος πάντων, η ευτυχία μέσα απ’ τα χέρια.

Κοντολογίς, υπάρχει παράπονο προς την αντίθετη πλευρά κι αυτό στην καλύτερη των περιπτώσεων, καθώς συχνά το παράπονο αυτό μπορεί να ‘ναι εξελιγμένο σε νεύρα, κακία, γιατί όχι κι εκδικητικότητα. Κι όλα αυτά επειδή η πλευρά του θύματος σπάνια θεωρεί ότι έχει μερίδιο στην πίτα της ευθύνης, που μπορεί και να μην έχει δηλαδή, αλλά εντελώς μεταξύ μας, γίνεται αυτό; Δε γίνεται, το λέω κι εγώ που το έχω ψάξει το θέμα, το λέει κι η κοινή λογική.

Πάρε για παράδειγμα το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας· ο κακός λύκος είναι το κάθαρμα της υπόθεσης, πάει και τελείωσε, έτσι μας είπανε, έτσι κρίναμε κι εμείς αναμασώντας κλισέ σκέψεις. Δεν είναι σωστό να τρως ούτε γιαγιάδες ούτε παιδάκια. Ναι, θα σου πω εγώ σε δεύτερη ανάγνωση, δεν είναι σωστό να τρως γιαγιάδες και παιδάκια αν είναι άνθρωπος, αν είσαι λύκος μπορείς να τρως όποιον θες και να μη δίνεις και λογαριασμό σε κανέναν.

Με λίγα λόγια, αν το καλοσκεφτούμε, ο λύκος ήταν ο μόνος που δεν έφταιγε. Έφταιγε πρώτα η μάνα της μικρής, που έστειλε μια σταλιά παιδί μέσα σε δάσος που κυκλοφορούσαν λύκοι, έφταιγε η πρόνοια που δε μερίμνησε να πάρει το παιδί από μια τέτοια μάνα κι εννοείται πως έφταιγε κι η ίδια η Κοκκινοσκουφίτσα που ή ξέχασε τα γυαλιά της, ή ήταν αρκετά ηλίθια ώστε να μην μπορεί να καταλάβει πως μπροστά της είχε ένα λύκο ντυμένο γιαγιά και να τρέξει να σωθεί αντί να ρωτάει ανοησίες τύπου «γιαγιάκα, γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα;».

Με αυτή την καινούρια λογική, λοιπόν, μήπως στην ουσία ο θυμός που νιώθει το θύμα δεν είναι τόσο θυμός προς την πλευρά του θύτη, όσο προς τον ίδιο του τον καθρέφτη; Μήπως, με λίγα λόγια, δε φταίει τόσο ο άλλος που, θες επειδή βολεύεται, θες επειδή δεν τον γέμιζες πια, αποφάσισε να ‘ναι σκάρτος προς εσένα αλλά σωστός με τη συνείδησή του; Και τελικά, μήπως φταις εσύ, ως θύμα, που είτε δεν είδες τα σημάδια είτε απλά άφησες να σε πιάσει κότσο κάποιος τυχάρπαστος;

Ξέρεις, γι’ αυτό θυμώνουμε περισσότερο οι άνθρωποι, επειδή μας πρόδωσε ο ίδιος μας ο εαυτός, όχι οι άλλοι. Μέσα μας γνωρίζουμε πως ο καθένας μας κοιτάει το τομάρι του, πως ακόμα κι εμείς οι ίδιοι, τα αυτοαποκαλούμενα θύματα, το τομάρι μας είχαμε υπόψιν όταν απαιτούσαμε απ’ τον άλλο να ζοριστεί άθελά του σε κουτάκια για να μη μας κάνει να αισθανθούμε άσχημα.

Γινόμαστε έξαλλοι, λοιπόν, επειδή γνωρίζουμε πως πρέπει να παραδεχτούμε τόσο στους άλλους, όσο και στον ίδιο μας τον εαυτό πως υπήρξαμε ηλίθιοι, πως κρίναμε λάθος, πως το ένστικτό μας είναι για απόσυρση, πως έχουμε τέλος πάντων ελαττώματα όπως έχει κι η άλλη πλευρά. Κι όλο αυτό, αντί να γίνεται παραδοχή και μάθημα, μετατρέπεται σε εξάρσεις και συναισθηματική βία εξωτερικευμένη προς τους άλλους, καθώς είναι πιο εύκολο να ρίχνουμε το φταίξιμο σε έναν φτιαχτό αποδιοπομπαίο τράγο παρά να λογίζουμε για τράγο το δικό μας τομάρι.

Και; Οδηγεί κάπου όλο αυτό; Βραχυπρόθεσμα ίσως και να συμβάλλει λίγο στην ανακούφισή μας, με όλους αυτούς τους ανθρώπους που μας λένε πόσο δίκιο είχαμε κι όλα αυτά τα πατ-πατ που μας κάνουν στην πλάτη· μακροπρόθεσμα όμως μπα, όλο αυτό το παράπονο μας γεμίζει με μια πικρίλα που μας χαλάει τη γεύση τόσο των γλυκών όσο και των αλμυρών στιγμών που μας πετάει στο τραπέζι η ζωή, χωρίς ποτέ να αντιλαμβανόμαστε τι μας φταίει και δεν μπορούμε να θεωρήσουμε πια τίποτα νόστιμο στον κόσμο.

Θα έλεγε κανείς πως στη ζωή δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να τον ξοδεύεις σε κακίες, θυμό και μικροπρέπεια. Δε σου λέω να τους αγαπάς όλους, αυτό είναι παρά φύσιν, εννοώ όμως πως είναι αρκετά εύκολο να τους συγχωρείς και να τους προσπερνάς, αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα να είναι λύκοι και συγχωρώντας σε για την αφέλειά σου μπροστά στα σημάδια. Άλλωστε, ούτε να ζορίσεις κάποιον άνθρωπο μπορείς ώστε να φερθεί με τον τρόπο που εσύ θεωρείς σωστό ούτε να προλάβεις τον εαυτό σου απ’ το να φερθεί σαν βλακάκος όταν έχει να κάνει με πράγματα που αγαπάει ή του έχουν πάρει το μυαλό.

Συγχώρεσε, λοιπόν, πρώτα τον εαυτό σου, αποδεχόμενος πως ούτε τέλειος είναι ούτε μαντικές ικανότητες έχει ώστε να μπορεί να προβλέπει τις προθέσεις του καθενός. Αφού γίνει αυτό, αναγνώρισε και στους άλλους το δικαίωμα να φέρονται με τον τρόπο που ορίζει η δική τους ψυχούλα κι άσε τους να πάνε στο καλό, αφού δε θέλουν να είναι μαζί σου.

Και μείνε Κοκκινοσκουφίτσα ή γίνε λύκος, ή –ακόμα καλύτερα– αποδέξου πως όλοι κρύβουμε μέσα μας και τις δύο πλευρές κι άσε να ζήσουν όλοι τους καλά. Άλλωστε, έχοντας συγχωρήσει τον εαυτό σου, εσύ θα ζεις καλύτερα.

 

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη