Την ώρα που σου γράφω αυτές τις γραμμές πίνω το καφεδάκι μου αμέριμνη στο μπαλκόνι. Το πρωί δούλεψα λίγο, πήγα για καφέ, γύρισα σπίτι και θεώρησα πολύ καλή ιδέα να σκρολάρω στο Instagram για κανένα μισάωρο, ε, και μετά έφαγα και νύσταξα κομματάκι, να μην πάρω ένα power nap να στυλωθώ απ’ την εξάντληση της μέρας; Να μη σου τα πολυλογώ, για πότε πέρασε η πρώτη μέρα της άδειας ούτε που το κατάλαβα.

Βράδιασε κιόλας. Σε λίγο θα κλείσω τον υπολογιστή, θα κάνω ένα πλάνο με τα πράγματα που χρειάζομαι και θα φτιάξω τη βαλίτσα μου. Α, δε σου είπα; Αύριο φεύγω διακοπές κι είμαι πάρα πολύ χαρούμενη. Όπως και να το κάνουμε, όλο το χρόνο την περίμενα αυτή τη στιγμή. Θα πάω εκεί, θα κάνω το ένα και το άλλο, θα χαλαρώσω, θα μαυρίσω, θα, θα, θα. Μήπως να μπω πρώτα για μπάνιο, να ετοιμάσω τα πράγματά μου και να κοιμηθώ μια και καλή; Τέλεια ιδέα, μπράβο μου.

Ωραία ήταν στο μπάνιο, αλλά παραχαλάρωσα. Ποιος κάνει βαλίτσα τώρα; Τι ώρα φεύγω αύριο είπαμε; Εννέα; Τα εισιτήρια μην ξεχάσω. Και το διαβατήριο. Νωρίς είναι, αλλά αν ξυπνήσω στις έξι προλαβαίνω να τα κάνω όλα, με καθαρό κεφάλι κιόλας. Τώρα έτσι όπως νυστάζω θα τα ξεχάσω όλα. Πολύ καλά το σκέφτηκα κι αυτό, ας κοιμηθώ τώρα γιατί πήγε ήδη δύο κι απ’ το άγχος μου δεν κοιμάμαι καλά πριν ταξιδέψω, μη με ταλαιπωρώ παραπάνω.

Χτυπάει ξυπνητήρι στις έξι. «Ω, να σου…» μονολογώ, «…τι νύστα είναι αυτή;». Πέντε λεπτά ακόμα. Σε αυτά τα πέντε λεπτά, όπως γνωρίζει κανείς, ρισκάρεις την αξία του αεροπορικού σου, ρισκάρεις και την αξιοπρέπειά σου, αλλά έχε χάρη, θα το τολμήσεις. Τα πέντε λεπτά γίνονται εικοσιπέντε και σηκώνομαι έντρομη, φέρνω τη βαλίτσα μπροστά στην ντουλάπα κι αρχίζω να βάζω μέσα ασυνάρτητα ρούχα προσευχόμενη μέσα μου να μπορώ να τα ταιριάξω κάπως εκεί που θα πάω. Κι αν δεν τα ταιριάξω, εντάξει, ποιος με ξέρει; Το πολύ-πολύ να γυρνάω με δυο διαφορετικά παπούτσια. Και πόσα μαγιό να πάρω; Δύο; Τι δύο, καλέ, βάλε εκεί δώδεκα να έχουμε να συναλλάζουμε.

Α, και πιστολάκι, καθώς αυτά που έχουν τα ξενοδοχεία είναι ό,τι πρέπει για να στεγνώνεις τα φρύδια σου με χτενάκι της Barbie, όχι τα μαλλιά σου, ιδίως αν δε θέλεις να σε βρει στο νησί το 2019. Και μπατονέτες, γιατί πού να ψάχνεις σουπερμάρκετ τώρα εκεί. Και παυσίπονα. Α, κι εκείνο το καινούριο μπλουζάκι που αγόρασα χθες στο δρόμο για το σπίτι. Τι πειράζει που πήρα άλλα δώδεκα για έξι μέρες, αυτά δεν πιάνουν χώρο. Και βάλε κι ένα σορτσάκι ακόμα, χρειαζούμενα είναι κι αυτά. Και βάλε μια δεύτερη πετσέτα θαλάσσης. Και μια δικιά μου μαξιλαροθήκη γιατί σιχαίνομαι. Και βάλε και τη φρουτιέρα, άνθρωποι είμαστε, καλοκαίρι είναι, μπορεί να πάρουμε κάνα κιλό ροδάκινα, πώς να τα έχουμε, έτσι σκόρπια;

Σχεδόν έτοιμη. Την αφήνω ανοιχτή μπας και θυμηθώ τίποτα (όχι Φρόσω, την αφήνεις ανοιχτή επειδή έτσι κι αλλιώς δεν κλείνει). Α, φορτιστή. Και χτένα. Κι υγρό για τους φακούς. Και power bank. Αυτά τα είχα αφήσει εδώ σε μία γωνίτσα για να μην τα ξεχάσω. Ουφ, Θεέ μου, τι άγχος είναι αυτό, δεν το ξανακάνω. Αλλά σάμπως έτσι δεν είπα και πέρυσι που πήγα Σουηδία; Και τον Ιανουάριο που πήγα Αθήνα; Και τον Φεβρουάριο που πήγα για σκι; Και τον Ιούλιο που πήγα Κρήτη; Θα γίνω καλά, γιατρέ μου, ή πάντα έτσι ηλίθια θα είμαι;

Καημό το έχω να γίνω μία φορά σαν εκείνους τους αξιοθαύμαστους ανθρώπους που ετοιμάζουν τα πράγματά τους μια-δυο μέρες πριν το ταξίδι τους, που κοιμούνται ήσυχοι και φεύγουν την άλλη μέρα χτενισμένοι κι έχοντας πιει το καφεδάκι τους. Και δεν έχουν ξεχάσει ποτέ στη ζωή τους να πάρουν μαζί τους βρακιά. Αλλά τι να πεις κι εσύ, για να διάβασες τον παραλογισμό μου μέχρι εδώ, μάλλον του σιναφιού μας θα είσαι και του λόγου σου και θα μου κάνεις νοερά πατ-πατ στην πλάτη.

Εμείς που πάντα θα κλείνουμε τη βαλίτσα μας το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν φύγουμε απ’ το σπίτι, δεν έχει σημασία αν πηγαίνουμε για διήμερο στο χωριό ή για αποστολή στη Σελήνη, έχουμε ραμμένο αυτό το yolo στο γενετικό μας υλικό. Μας δένει ο παράλογος διχασμός να αγαπάμε τα ταξίδια μα να μισούμε την προετοιμασία τους όσο τίποτα στον κόσμο, αλλά, απ’ την άλλη, είμαστε ιδιαιτέρως αισιόδοξοι, λένε οι επιστήμονες, ακριβώς επειδή πάντα ευελπιστούμε πως θα προλάβουμε. Κι ως δια μαγείας όντως προλαβαίνουμε. Κι ας μην πήραμε βρακιά, δεν πειράζει, θα αγοράσουμε από εκεί.

Φτάσαμε στον προορισμό μας. Λέω στη φίλη μου να φέρει το φορτιστή μου απ’ τη βαλίτσα μου. Πάει να την ανοίξει.

-Φρουτιέρα γιατί πήρες μαζί σου;

-Εσύ μη μιλάς, δεν ξέρεις!

 

Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη